Συνολικές προβολές σελίδας

Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2011

Πάσιβ Αγκρέσιβ Μέρος 1ον


Παθητική επιθετικότητα.

ΠΕ : Όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει τον έμμεσο και, πολλές φορές, ύπουλο τρόπο με τον οποίο ένα άτομο αντιδρά με επειδή δε μπορεί να εκφράσει ευθέως τα συναισθήματά του.
Συνήθως αυτή η συμπεριφορά πηγάζει από την παιδική ηλικία και από περιπτώσεις όπου το παιδί δεν είχε τη δυνατότητα να εκφράσει αυτό που πραγματικά νιώθει, φοβούμενο τις αντιδράσεις του περίγυρού του. Υιοθετεί λοιπόν μια συγκεκαλυμένη συμπεριφορά που δε μπορεί να θεωρηθεί επίθεση αλλά προκαλεί εν τούτοις σύγχυση και εκνευρισμό στο “θύμα” του.

Όπως καταλάβατε, μιλάμε για διαστροφάρα.

Ένα τυπικό παράδειγμα είναι η κλασική, σπαρακτική αλλά χαμηλόφωνη ατάκα της μαμάς "Βγείτε εσείς παιδιά μου, περάστε εσείς καλά κι αφήστε με εμένα εδώ, μονάχη". Στην ουσία σου λέει «ρε κωλόπαιδο, τόσο γραμμένη την έχεις πια τη μάνα σου;».

Ένα άλλο είναι ο επίσης κλασικός διάλογος "Τι έχεις;", "Τίποτα" που συναντάται συχνά σε ζευγάρια. Εκείνη τη στιγμή το «τίποτα» δε σημαίνει παρά: «τόλμα να κάνεις τον αδιάφορο και την π….σες».

Κι επειδή, όπως προείπα, πρόκειται για πρώτης τάξεως διαστροφή, πού αλλού θα έβρισκε πλήρη εφαρμογή; Άαα γειά σου.

Στο ταμείο λοιπόν όπως και σε κάθε περιβάλλον εξυπηρέτησης πελατών, οι εντάσεις και οι διαφωνίες μεταξύ πελατών και υπαλλήλων είναι συχνό φαινόμενο και απαιτούν έξυπνη μεταχείριση.  Έλα όμως που τα πράγματα εδώ δεν είναι εύκολα για τον υπάλληλο. Δε μπορείς να απαντήσεις στον πελάτη όπως θα 'πρεπε γιατί ανά πάσα στιγμή, έχει δεν έχει δίκιο (μαντέψτε με τι αναλογία), μπορεί να σου κάνει αναφορά και να σε ακολουθεί για πάντα.
Οπότε το μόνο που σου μένει είναι να πας μέσα στην τουαλέτα και να ξεστομίσεις τα γαμωσταυρίδια σου άνετα, να κάνεις ένα τσιγάρο να χαλαρώσεις, να πας σπίτι και να παίζεις μποξ με το μαξιλάρι σου όλο το βράδυ ή να κάνεις άγριο, μεσημεριάτικο σεξ στη γυναίκα σου χωρίς να της δώσεις περαιτέρω εξηγήσεις (οκ αυτό παλεύεται αλλά δεν είναι εκεί το θέμα μας).
Τι άλλο μπορείς να κάνεις λοιπόν όταν σου τη σπάνε κι απλά δε μπορείς να είσαι ο εαυτός σου; Σωστά. Παθητική επιθετικότητα to death!



Παράδειγμα 1:

Σκάει ο κλασικός τύπος μεταξύ 35- 60, πρώην οικοδόμος/ντελιβεράς/γκαρσόνι και νυν «επιχειρηματίας», τα χρέη του οποίου ανταγωνίζονται εκείνα ενός μικρού δήμου της ελληνικής επικράτειας. Σου φέρνει –εννοείται πάντα μετά τις 2.24- την κλασική αρμαθιά με λογιών-λογιών «χαρτονομίσματα», ανακατεμένα, τσαλακωμένα κι ιδρωμένα, σαν χρωματιστά κωλόχαρτα. Τα μετράς και κλασικά είναι λιγότερα από αυτά που σου έχει πει αρχικά να καταθέσεις, άσε που η μηχανή καταμέτρησης απ’ το πολύ μάσημα έβγαλε μήνυμα RU SERIOUS?. Το πρόγραμμά μας συνεχίζεται με ακάλυπτες επιταγές, ένα κάρο ληξιπρόθεσμα και ό, τι άλλη κωλοσυναλλαγή υπάρχει διαθέσιμη. Του λες με ευγενικό και εύσχημο τρόπο ότι είναι εντελώς για τον πούτσο και αυτός και η επιχείρησή του κι αυτός σε κοιτάει λες και του είπες ότι είναι εντελώς για τον πούτσο και αυτός και η επιχείρησή του.            

 Αντιμετώπιση: Α, όλα κι όλα, τις πρώτες δυο τρεις φορές θα τη φας. Μάλιστα, ο τυπάς θα αποκτήσει σταδιακά το υφάκι “youre my bitch” κάθε φορά που θα σε πετυχαίνει. Εδώ είναι που θα εξαντλήσεις και τα 100 μιλιγκράμ «εξουσίας» που έχεις σαν υπάλληλος και μάλιστα όσο πιο καταχρηστικά μπορείς. Με το που τον δεις ή τον μυρίσεις –έχει μια χαρακτηριστική μυρωδιά- ετοιμάζεσαι: Πλησιάζει, σε κοιτάει και, πάνω που ο εγκέφαλος έχει δώσει εντολή για να φορέσει το γνωστό αυτάρεσκο υφάκι, σηκώνεσαι, σκας ένα κωλοπαιδίστικο μειδίαμα και φεύγεις για «διάλειμμα», αφήνοντάς τον στα κρύα του λουτρού (το οποίο, παρεμπιπτόντως, έχει να επισκεφτεί αρκετό διάστημα). Έρευνες όμως έχουν αποδείξει ότι αυτή η πρακτική μπορεί να γίνει ακόμα πιο σπαστική αν, την ώρα που σηκωθείς, τεντωθείς κιόλας. Επιστρέφεις στις 2.29 ακριβώς και, εκεί που είναι έτοιμος να εκραγεί, του πετάς με νάζι «μα, τι ώρα είναι αυτή που έρχεστε;».



Παράδειγμα 2:

Είναι 2.29 και η μέρα ήταν  κάτι παραπάνω από χαλαρή. Εκεί όμως που ετοιμάζεσαι να κλείσεις, σκάει μύτη το κλασικό αρχίδι που ξέρει, λέει, τον διευθυντή -αν κ ο ίδιος ο διευθυντής παίρνει όρκο ότι δεν τον έχει ξαναδεί στη ζωή του- και επιμένει να εξυπηρετηθεί. Έχει μάλιστα φορέσει στη μάπα του κι εκείνο το σαρδόνιο χαμόγελο της αυτοπεποίθησης, σίγουρος ότι θα εξυπηρετηθεί ό, τι και να γίνει.

Αντιμετώπιση: "Αυτή την ανάληψη θα τη θυμάσαι, φιλαράκι", σκέφτεσαι από μέσα σου. Ο τυπάς έκανε τη μαλακία να σκάσει μύτη αμέσως μετά τον προηγούμενο, οπότε μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Σου λέει το ποσό ανάληψης, το γράφεις, κάνεις τη συναλλαγή και βγάζεις με χάρη από το ταμείο σου όλα τα γλιτσιασμένα χαρτονομίσματα που σου άφησε προίκα ο προηγούμενος. Ο μάγκας τα χάνει για λίγο αλλά κουμάντο εκείνη τη δύσκολη ώρα κάνεις εσύ. «Μόνο αυτά έχουμε», του λες έτοιμος να σκάσεις στα γέλια και, κλασικά, «λυπάμαι».




Παράδειγμα 3:
Το επόμενο κλασικό παράδειγμα Ελληνάρα μου σπάει τόσο πολύ τα νεύρα που μου έρχεται να στείλω στη Μέρκελ ευχαριστήρια επιστολή για το στραπ ον που μας φοράει σαν έθνος τα τελευταία χρόνια. Θα μου πεις, χαλιέσαι για μικρολεπτομέρειες; Ε, και μια καρφίτσα μικρολεπτομέρεια είναι αλλά αν σου μπει στο μάτι αλλάζεις γνώμη αρκετά γρήγορα.           
  
Χτυπάς νουμεράκι και σκάει πελάτης.
-Καλημέρα σας.
-Χίλια ευρώ.
-Ναι, καλημέρα σας είπα.
-Χίλια ευρώ ανάληψη.
-Καλά τόσο κάφρος είσαι; Σου είπα καλημέρα, πες μου κι εσύ «καλημέρα»!
-Χίλια ευρώ.
            -Μα, δεν είναι κάτι, μια λεξούλα είναι, ΠΕΣ ΤΗ ΝΑ ΠΑΕΙ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ!
            -Χίλια ευρώ.
            -Γαμιέσαι.
             -Και κάνε μου και μια ενημέρωση.
          
      ‘Ντάξει, ο διάλογος δεν ισχύει αλλά το νόημα το πιάσατε. Ο τύπος προτιμά να γυρίσουμε όχι στη δραχμή αλλά και στο φοίνικα άμα λάχει παρά να σου πει έστω και «‘μέρα». Μερικοί μάλιστα δεν καταδέχονται να ανοίξουν το στόμα τους ούτε καν για να σου πουν τι θέλουν και νομίζεις ότι ήρθε να κάνει ανάληψη η Λάσι. Μέχρι και το ποσό με γρυλίσματα το λένε. Όπως και να ‘χει, θεωρώ απαράδεκτο να λες καλημέρα σε κάποιον και να μη σου απαντάει, λες και του ‘κανες τίποτα. Όσα βάσανα και να έχεις, ό, τι κι αν σου έχει συμβεί, αν δε μπορείς να φερθείς με την υποτυπώδη ευγένεια, τότε δε σου αξίζουν κι όσα καλά ενδεχομένως σου τύχουν.

Αντιμετώπιση: Στην πρώτη κρυάδα, ξεκινάς τη συναλλαγή αμίλητος και αφόρητα cool. Σε λίγο και χωρίς να έχει αντιληφθεί ο τύπος ότι τσατίστηκες, θα σε ρωτήσει κλασικά κάτι για το λογαριασμό, για το υπόλοιπο του δανείου, κάτι άσχετο τέλος πάντων. Εσύ συνεχίζεις αμίλητος. Εκείνος επιμένει, σε ξαναρωτάει αλλά εσύ στον κόσμο σου. «Ρε, θα μου πεις καμιά ώρα;», τίποτα εσύ. Του  δίνεις την απόδειξη, τα ρέστα κι εκεί που έχει πάρει το ύφος του ντερεκιού με τις αλυσίδες από τους 300 (του μοιάζει κιόλας) και σου κάνει την ίδια ερώτηση για τέταρτη φορά κατακόκκινος, του μουρμουρίζεις: «Με ρωτήσατε κάτι;»

Παράδειγμα 4:

Έχεις αναλάβει το ταμείο εμπόρων. Αυτό το πουστόποστο που νομίζεις ότι είναι πιο χαλαρό από το κανονικό ταμείο αλλά στην πραγματικότητα είναι χειρότερο κι από επίσκεψη στο Σαπωνοποιείο "Άουσβιτς". Εκεί που κάθεσαι αραχτός και ξύνεις ό, τι τέλος πάντων σε ξύνει, σκάνε μέσα πέντε μεγαλέμποροι που όλοι διατείνονται ότι είναι γαμώ τους πελάτες και δεν καταδέχονται με τίποτα να μπούνε στη σειρά ο ένας πίσω από τον άλλο.
Τι κάνουν λοιπόν αυτοί οι πρωτεργάτες του αριστοκρατικού σαβουάρ βιβρ; Κάθονται όοολοι μαζί από πάνω σου, κόβοντάς σου τον αέρα από κάθε πιθανή δίοδο. Αρχίζουν όλοι μαζί συνομωτικά να σε κοιτάζουν επίμονα, να χτυπούν νευρικά τα χέρια τους στο γκισέ, να ξεροβήχουν με "νόημα", να σιγομουρμουρίζουν κάτι προσβλητικό για την Παναγία σου, πιστεύοντας ότι έτσι θα βιαστείς περισσότερο. Μα καλά, τόσο μαλάκας φαίνεσαι;

Αντιμετώπιση: Παίρνεις βαθιά αναπνοή, χαλαρώνεις, αυτοσυγκεντρώνεσαι. Αυτό που ετοιμάζεσαι να κάνεις, χέστη υπαλληλάκο, απαιτεί απίστευτη δύναμη και προετοιμασία. Φαντάζεσαι ότι γύρω σου δεν υπάρχει κανείς, είσαι στην κορυφή ενός απόκρημνου βουνού. Συνεχίζεις τις συναλλαγές με τον πιο αργό, εκνευριστικό και βασανιστικό τρόπο, σαν ασκήσεις κουνγκ φου με μουσική υπόκρουση γιαπωνέζικο φλάουτο.
Ελέγχεις μέχρι και το παραμικρό στοιχείο της συναλλαγής και κοιτάς ένα-ένα τα πενηντάευρα στο φως "μην είναι κανένα πλαστό". Αν σε ρωτήσουν κάτι, πριν μιλήσεις, δαγκώνεις πρώτα λίγο κουλούρι και μετά μιλάς δυνατά, ψεκάζοντας σουσάμι και σάλια προς κάθε …ενδιαφερόμενο.
Σε λίγο η ασφυκτική εντροπία που έχει κατακλύσει το ταμείο αρχίζει και περικυκλώνει τους "μεγαλέμπορους" που την προκάλεσαν κι έτσι ένας-ένας την κάνουν τσατισμένοι κι έτοιμοι να σκάσουν. Την άλλη φορά που θα έρθουν, ίσως σκεφτούν να φερθούν λίγο πιο κόσμια.

                                                                                                                               (Συνεχίζεται...)



Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

Ανήμερα τ΄ Αγιού.




      Ξύπνησα αργά, όπως αρμόζει σε κάθε αργία και κατέβηκα με το πάσο μου στο κέντρο, εκεί που είχαμε κανονίσει για καφέ. Ο καιρός μουντός αλλά γλυκός, ούτε ζεστός ούτε κρύος.
     Όλοι γύρω μας καλοντυμένοι, οι γυναίκες όλες με ωραία χτενίσματα, τα παιδιά στριμωγμένα στα καλά τους, να τρέχουν ζωηρά στην καφετέρια. Μόνο εμείς, τυπικοί, καθημερινοί, αξύριστοι, είχαμε το ευπρεπές θράσος απλά να αράζουμε και να απολαμβάνουμε τον καφέ μας όταν όλοι γύρω γιόρταζαν. Και γιόρταζαν φωναχτά, χαρούμενα ενώ εμείς, οι ξένοι σε αυτό τον τόπο απλά ξεκουραζόμασταν βλέποντας σε τούτη τη μέρα, μια μέρα τυπική σαν όλες τις άλλες.
     Κατηφορίσαμε το μεσημέρι για τα σπίτια μας. Θα διασχίζαμε τη Βουλγάρεως κι ύστερα ο καθένας στο δρόμο του. Έκανε πως έβρεχε, η πόλη ησύχαζε κι ετοιμαζόταν για τη βραδινή της γιορτή. Γύρω μας όλοι με μια σακούλα στο χέρι, ένα γλυκό, μια γραβάτα, ένα παιχνίδι για το μικρό, για κάπου  ετοιμάζονταν, έβρισκαν γνωστούς στο δρόμο, αντάλλαζαν ευχές...
     Κοιτούσαμε και δε σχολιάζαμε, σαν να μην καταλαβαίναμε τι συμβαίνει ενώ απλά δε μας έκανε καρδιά να παραδεχτούμε ότι εμείς δεν ήμαστε κομμάτι αυτής της χαράς. Νιώθαμε κι ας μην το ομολογούσαμε, ένα κρύο στους ώμους και στις πλάτες μας, έτσι που όλοι αγκαλιάζονταν μεταξύ τους κι εμείς μονάχοι, απλά περπατούσαμε ανάμεσά τους. Κι όμως, ήταν ωραία.
    Τα φτωχόσπιτα στο κέντρο, οι παλιές πολυκατοικίες οι λιωμένες από την υγρασία άνοιγαν τα ζεστά πορτοκαλιά τους φώτα και περίμεναν τον κόσμο, συγγενείς, φίλους, αγαπημένους. Μια γλυκιά φασαρία από ευχές και φωνές, δώρα και όμορφα πανωφόρια. Όλη η πόλη μύριζε λουκουμάδες κι αγάπη, λες και οι κάτοικοί της ράντιζαν γελώντας ο ένας τον άλλο με μέλι και κανέλα και έμοιαζαν, έτσι αγκαλιασμένοι, με μικρά κεσεδάκια.
   Γύρισα σπίτι, ψευτομαγείρεψα ό,τι βρήκα πρόχειρο και τυλίχτηκα στην κουβέρτα, μπροστά στην τηλεόραση. Σαν μ' έπαιρνε ο ύπνος, σκεφτόμουν όλους εκείνους τους Σπύρους που είχαν την τιμητική τους σήμερα είτε τους είχα γνωρίσει στο γκισέ είτε τους ήξερα από κάπου.
    Ο μπαρμπα Σπύρος, ο εβδομηντάχρονος εκείνος λεβέντης, χρόνια στο χωριό με τις ελιές του και τα πορτοκάλια του, τώρα συνταξιούχος έμενε στην Αλεπού μαζί με την κόρη του. Ή ο Σπυρέτος, λογιστής, λίγο μεγαλύτερος, που ετοιμαζόταν να παντρευτεί το καλοκαίρι. Ή ο Σπυράκος, ο πιτσιρικάς που ερχόταν με τη μητέρα του στην τράπεζα, με το βλέμμα όλο φωτιά και τα τσουλούφια να καλύπτουν το εφηβικό του μούτρο, που όλο βιαζότανε.
    Κι η Σπυριδούλα, η γιαγιά από τους Καστελάνους που τόσο μου θύμιζε τη δική μου γιαγιά. Πιστεύω αν δε μας χώριζε ο γκισές θα μου χάιδευε τα μαλλιά κάθε φορά που ερχόταν να πάρει τη σύνταξή της. Τόση αγάπη έκρυβε το βλέμμα της.
    Κι ήταν κι εκείνη η μικρή, αν την έλεγαν Σπυριδούλα, με τα κόκκινα μάγουλα και τα κατάξανθα μαλλιά, να κρύβουν τα μεγάλα ματάκια της καθώς περπατούσε βιαστική για να πάει στη δουλειά της.
Εκείνα τα μάτια που κρυβαν τέτοια τεράστια μοναξιά, μια λύπη που πλάκωνε σαν ταφόπλακα την ομορφιά της ηλικίας της και που όλη μέρα τη σκεφτόμουν έστω και για λίγα δευτερόλεπτα αν την έβλεπα μπροστά μου.
    Έτσι ήθελα, καθώς κατέβαινα στην πόλη το βράδυ, να μάθαινα που έμενε και να της χτυπούσα το κουδούνι. Θα είχα στα χέρια μου ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα και μια σοκολάτα και μόλις άνοιγε, θα την αγκάλιαζα και θα της έλεγα να μη νιώσει ποτέ ξανά μόνη, να μάθει ότι υπήρχε κάποιος που τη σκεφτόταν μέρες, μήνες τώρα. Κι ας μην ήταν ερωτική η αγκαλιά, ας ερχόμουν σαν φίλος, σαν μεγάλος αδερφός, σαν φύλακας άγγελος να επιστρατεύσω όλες μου τις δυνάμεις μήπως και χαμογελάσει.
    Και να βγει, να γιορτάσει με τις φίλες της και να γλεντήσει αυτή την ολόδική της νύχτα όπου ήθελε. Κι αν δεν της έφταναν τα λεφτά, θα της έδινα εγώ, το τζην μπουφανάκι που έσφιγγε το μικροκαμωμένο κορμί της μαρτυρούσε ότι ήταν από φτωχή οικογένεια. Κι αυτή για αντάλλαγμα θα μου χάριζε ένα χαμόγελο, που θα φώτιζε επιτέλους το όμορφο μουτράκι της.
    Και σαν θαύμα του καλόκαρδου άγιου, εκείνο το βράδυ που περνούσε με τη φίλη της από το πεντοφάναρο, σας το ορκίζομαι ότι με είδε και μου χαμογελασε, κι ας λέτε εσείς ότι απλά γελούσε με την κολλητή της που πάλι έπεσε πάνω σ' ετούτο τον τρελό που τη χαζοκοιτάει μέρες, μήνες τώρα.
    Δευτερόλεπτα πριν χαθεί απ τα μάτια μου, κατέφτασε κι η παρέα και για λίγο δεν πρόλαβα να τους τη δείξω. Καλύτερα λέω, μη με πάρουν πάλι στο ψιλό. Καθίσαμε. ήπιαμε το ποτό μας και κατηφορίσαμε πάλι τη Βουλγάρεως, σιωπηλοί, αμήχανοι, μόνοι. Αύριο πάλι δουλειά.




Παρασκευή, 4 Νοεμβρίου 2011

6 τύποι Ελλήνων σε περίοδο κρίσης


         Από τότε που έγινα ταμίας μπήκα στο τριπάκι να παρακολουθώ τον κόσμο και τις αντιδράσεις του. Παίζει να είναι και κατάλοιπο από τη σχολή μου (Φιλοσοφίας, Παιδαγωγικής και Ψευδαισθήσεων εεε, Ψυχολογίας) αλλά, απ' την άλλη, δύσκολα θα κάτσεις πίσω από μπαρ, γκισέ κλπ χωρίς να αναλύσεις στο πίσω μέρος του μυαλού σου τον άνθρωπο που βρίσκεται μπροστά σου εκείνη τη στιγμή. 
          Και μπορεί η κρίση να μην άφησε κανέναν τομέα της ζωής μας ανεπηρέαστο αλλά αν κάποιοι άνθρωποι είδαν στα μάτια του κόσμου πόσο τον επηρέασε όλη αυτή την τρέλα, αυτοί είναι οι υπάλληλοι σε εφορίες, τράπεζες και λοιπές υπηρεσίες. Εκεί παίζεται το παιχνίδι. Τα λεφτά σφιχτά, ιδρωμένα στο χέρι, ο εκνευρισμός, η στωικότητα, τα μάτια των ηλικιωμένων...
          Μπήκα μάλιστα στον πειρασμό, για να διακωμωδήσω την κατάσταση, να παραθέσω μερικούς τύπους Ελλήνων με βάση το πώς αντιμετωπίζουν την κρίση. Είναι όλοι τους καθημερινοί άνθρωποι (δεν ξέρω αν υπάρχουν και άνθρωποι Σ/Κ, γιατί όχι) και ναι, αυτή τη στιγμή θα τους μοιραστώ μαζί σας.

1. Ο Φρικαρισμένος

       Απ' τους πιο συχνούς στην πιάτσα. Τους καταλαβαίνεις από το απεγνωσμένο βλέμμα και κάποιες ατάκες- ορόσημο όπως "δε θα 'χουμε να φάμε", "και τι θα κάνουμε", "εσείς τι ακούτε, θα πτωχεύσουμε;" κλπ.
        Ο συγκεκριμένος πιστεύει ότι αφού του πάρουν όλα τα χρήματα από την τράπεζα, θα πάνε σπίτι και θα βιάσουν τη γυναίκα και το παιδί του και μετά θα τους πάνε όλους μαζί σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης όπου θα τους υποβάλουν σε μοριακή αποδόμηση γιατί τα πτώματα βρωμάνε και πιάνουν χώρο. Χαλάρωσε ρε! Είπαμε, η κατάσταση είναι τραγική αλλά με το να μοιρολογείς και να οδύρεσαι δε βγαίνει άκρη. Ψυχραιμίααα!!

Τυπική συναλλαγή: Ανάληψη όλου του ποσού του βιβλιαρίου (και τα 1032, 45 ευρώ) "μην τα φάει η τράπεζα", συνοδευόμενο από βλέμμα απελπισίας και ασορτί στεγνωμένο λαρύγγι.

2. Ο Τσατισμένος

         Μοιάζει λίγο στο σκεπτικό με τον προηγούμενο αλλά ο συγκεκριμένος είναι πραγματικά τσατισμένος και έξω φρενών με την όλη κατάσταση. Τον καταλαβαίνεις από μακριά. Μαλώνει με το παραμικρό και με τον οποιονδήποτε, μιλάει δυνατά και αγανακτισμένα, ακόμα κι αν δεν είναι κάποιος δίπλα του να τον ακούσει και όταν έρθει η σειρά του πλησιάζει αμίλητος και χτυπάει το βιβλιάριο δυνατά στο γκισέ. Ποτέ δεν του λέω καλημέρα γιατί θα μου πει να πάω να γαμηθώ και δεν έχω όρεξη.    Λες καλά, όλοι είμαστε λίγο πολύ αλαφιασμένοι με όσα συμβαίνουν, αυτός πια τι έπαθε και κάνει έτσι; Μέχρι που ανοίγεις το βιβλιάριό του και καταλαβαίνεις τι παίζει. Το εξαψήφιο νούμερο του υπολοίπου τα λέει όλα. Ο τύπος κάνει έτσι γιατί ΕΧΕΙ να χάσει πολλά. Έχει γκαφρά και ανησυχεί μήπως γίνει κανένα μπαμ και χάσει όλα αυτά για τα οποία πούλησε την ψυχή του στο διάβολο τόσα χρόνια. 
      Ξαφνικά πιστεύεις ότι κάπου τον έχεις ξαναδεί. Ναι, σωστά. Είναι εκείνος που μοίραζε μίζες σε στελέχη για να τσεπώσει τα επιδοτούμενα δάνεια πριν λίγα χρόνια, που πλήρωνε ΦΠΑ όποτε του γούσταρε γιατί έχει κολλητό στην Εφορία, που σου έκοβε απόδειξη μόνο αν είχε πηδήξει το προηγούμενο βράδυ (χρόοονια τώρα), που στο 'παιζε πελάτης επειδή είχε πάρει τριακόσια δάνεια.        
     Είναι ακριβώς ο τύπος που ο Πάγκαλος είχε στο μυαλό του όταν είπε το περιβόητο "Μαζί τα φάγαμε" και τον δικαιώνει απόλυτα.
        Έχει καταλάβει ότι το σύστημα στο οποίο είχε προσαρμοστεί πλήρως όλη του του ζωή τώρα πνέει τα λοίσθια κι έχει αρχίσει να νιώθει αβεβαιότητα. Το παίζει ΤΟΣΟ τσατισμένος για να μην πάρουν χαμπάρι οι υπόλοιποι ότι δεν είναι ένας από αυτούς και τον πάρουν στο κυνήγι. Από τους τύπους που θα χαιρόμουν να δω να ψοφάνε στην ψάθα...

Τυπικές συναλλαγές: Επιστροφή φόρου χαλαρά πάνω από τρία χιλιάρικα, πληρωμή προστίμου για ημιυπαίθριους (εφτά κομμάτια), κατάθεση στο βιβλιάριο του γιου το μηνιαίο βοήθημα (ένα χιλιάρικο).


3. Ο in Denial

        Από τα πιο φορεμένα συνολάκια. Είναι πολλοί Έλληνες έτσι εδώ και χρόνια, μαζί τους -μέχρι πρότινος- κι εγώ. Ο in Denial βρίσκεται σε μια διαρκή άρνηση. Τίποτα κακό δε συμβαίνει. Κλείνει την τηλεόραση ή το ραδιόφωνο όταν έχει ειδήσεις, δε συζητά ποτέ για τα κοινά και πάντα αλλάζει θέμα ή σφυρίζει ανέμελος. Στην πραγματικότητα είναι τόσο φρικαρισμένος που αρνείται να δεχτεί ότι το ζει όλο αυτό. Τον ηλικιωμένο που ψάχνει στα σκουπίδια τον νομίζει για σκουπιδιάρη με πολιτικά (τςς, τι είπα πάλι ρε!). Τις ασφυκτικές συγκεντρώσεις στο Σύνταγμα τις αποδίδει σε τίποτα τρελές εκπτώσεις στην Ερμού (κοίτα, μέχρι τις βιτρίνες σπάσανε τα fashion victims!). Αν κάποιος βουλευτής περάσει από δίπλα του θα πει "καλησπέρα" χαμογελαστός και δε θα του περάσει καν απ' το μυαλό να του ρίξει σκαμπίλι. Ακόμα και στην Αυστραλία να αναγκαστεί να πάει, θα πείσει τον εαυτό του ότι πάει για διακοπές διαρκείας! Όταν ξυπνήσει δε θα πάει ομαλά στο επόμενο στάδιο, αυτό του αγανακτισμένου αλλά η συσσωρευμένη οργή θα τον οδηγήσει ντουγρού στο Σύνταγμα με την καραμπίνα του παππού του παραμάσχαλα. Το 2017.

Τυπικές συναλλαγές: Ερωτήσεις για τελείως ντεμοντέ οικονομικά θέματα όπως καταναλωτικά δάνεια, αμοιβαία κεφάλαια, χρηματιστήριο και τι ζώδιο είμαι.


4. Ο Δαλάι

Κλινική περίπτωση πελάτη. Η ηρεμία του και η γαλήνια έκφρασή του θα τσάτιζαν ακόμη και θιβετιανό καλόγερο. Σε αντίθεση με τον προηγούμενο, ο Δαλάι ξέρει μια χαρά τι του γίνεται και έχει πλήρη συναίσθηση της κατάστασης. Απλά δε δείχνει το παραμικρό άγχος. Μπορεί να είναι από τα χάπια που παίρνει από τότε που του έκαναν έξωση και τον χώρισε η γυναίκα του. Μπορεί να έχει αγχωθεί τόσο παλιότερα που τώρα απλά δεν πάει παραπέρα. Μπορεί να βρήκε μια γαμημένη λύση που δε θα τη μάθουμε ποτέ, πάντως πάντα με φρικάρει όταν έρχεται για συναλλαγή. Δεν ξέρω αν πρέπει να τον αποχαιρετήσω μια για πάντα (τόσοι αυτοκτονούν χωρίς να το πάρεις χαμπάρι) ή να τον πιάσω απ' το γιακά και να του φωνάξω: "Τέρμα! Ή αγχώνεσαι ή σε σφάζω!!"

Τυπική συναλλαγή: Πληρωμή στεγαστικού δανείου σε καθυστέρηση, με ληξιπρόθεσμα όσο ο ΑΕΠ της Βουλγαρίας.


5. Ο Οδυρόμενος

Την επόμενη αναφορά μου θα τη φάω επειδή θα πλακώσω στις γρήγορες το συγκεκριμένο. Αυτό το αρχίδι έχει επίγνωση του τι γίνεται αλλά ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΠΑΡΤΗ ΤΟΥ! Πιστεύει για κάποιο λόγο ότι η κρίση δε χτύπησε κανέναν άλλο παρά μόνο αυτόν! Συνήθως πρόκειται για πάλαι ποτέ επιτυχημένο επιχειρηματία με κομπόδεμα, δημόσιο υπάλληλο του ρετιρέ ή μεγαλοσυνταξιούχο. Ο συγκεκριμένος παπάρας έχει το θράσος να κλαίγεται επειδή του έκοψαν ένα ποσό από το μισθό/ σύνταξη, τη στιγμή που το ποσό αυτό για κάποιον άλλον ΕΙΝΑΙ ΜΙΣΘΟΣ/ ΣΥΝΤΑΞΗ! Αγνοεί φυσικά ότι υπάρχουν άνθρωποι που ζουν με τετρακόσια και πεντακόσια ευρώ το μήνα και ξεσπά σε λυγμούς στην ιδέα ότι δε θα μπορεί πλέον να πηγαίνει κάθε Σαββατοκύριακο σε κάποιο θέρετρο ή ότι θα πρέπει να κόψει η γυναίκα του το ινστιτούτο ομορφιάς και το κομμωτήριο τρεις τη βδομάδα. Στην τελική αν κάτι έγινε σωστά τελευταία ρε μεγάλε τα τελευταία χρόνια είναι το ότι βάλανε εσένα στη θέση σου!

Τυπική συναλλαγή: Πληρωμή του εφαπαξ ("μειωμένο") που ισοδυναμεί με τον ΑΕΠ της Λετονίας.


6. Ο Αισιόδοξος

Ο συγκεκριμένος άνθρωπος πιστεύει ότι αύριο το πρωί τα πράγματα θα είναι πολύ καλύτερα.

Τυπική συναλλαγή: Ανάληψη όλου του ποσού από το βιβλιάριο, αναχώρηση το απόγευμα για Ελβετία.

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

Η Ιστορία μιας Ομπρέλας




Όποτε ακούω ψιχάλες από το παράθυρο θυμάμαι εκείνους τους σκοτεινούς χειμώνες στο νησί που έβρεχε ασταμάτητα. Διαρκούσε τόσες μέρες που σχεδόν ξεχνούσες ότι υπήρχε. Γινόταν το δέρμα μου, το οξυγόνο μου, κοιμόμουν και ξυπνούσα στο τραγούδι της. Δεν έβγαινα ποτέ από το σπίτι εκείνες τις μέρες χωρίς να κουβαλάω ομπρέλα. 
Είχα επιλέξει εκείνες τις μικρές που χωρούσαν στην τσέπη του μπουφάν μου έτσι ώστε να τις κουβαλάω πιο εύκολα. Τις έπαιρνα φτηνά από το σούπερ μάρκετ κοντά στο παλιό νοσοκομείο. Δεν έκαναν πάνω από δύο ευρώ αλλά πάντα είχα την ψευδαίσθηση ότι θα έβγαζαν το χειμώνα. Στα μέρη μου, ναι, μπορεί. Εκεί έβρεχε λίγες μόνο μέρες πριν αρχίσουν τα χιόνια οπότε ήταν κάτι σαν είδος πολυτελείας. Στο νησί όμως είχαν βαρύ έργο να φέρουν εις πέρας. 
Οι περισσότερες κατέληγαν σε κάποιον κάδο, με το πλαστικό υλικό τους σκισμένο και το σκελετό κομματιασμένο από τον τρελό κερκυραϊκό αέρα. Ήταν παράξενη η σχέση μου μαζί τους, το ομολογώ. Όταν έβγαινα, μέχρι να φτάσω στον προορισμό μου, ήταν κάτι σαν το σπίτι μου. Το όχημά μου, κατά κάποιο τρόπο. Κάτι μεταξύ όπλου, ασπίδας, αυτοσχέδιας σκηνής. Μιάμιση βδομάδα κρατούσαν, υπό καλές συνθήκες. Σχεδόν μια ή δυο φορές τη βδομάδα θα έφτανα σπίτι μούσκεμα, προδομένος από τη επιμονή μου να αγοράζω πάντα αυτά τα φτηνιάρικα κατασκευάσματα και μάλιστα να βασίζομαι βλακωδώς πάνω τους για όσο διαρκούσε ο χειμώνας.
Τώρα που το σκέφτομαι, εκείνα τα χρόνια κάτι μ' έσπρωχνε να αγοράζω μόνο φτηνά πράγματα. Δεν είχα οικονομικό πρόβλημα ούτε ήταν από τσιγγουνιά όπως επέμενε η μητέρα μου. Ήταν μια βαθιά φιλοσοφία που είχε ριζώσει μέσα μου χωρίς να το έχω πάρει χαμπάρι. Ήταν απλό: το φτηνό θα σπάσει, θα φύγει γρήγορα απ τη ζωή σου ανώδυνα, θα το πετάξεις χωρίς δεύτερη σκέψη. Δε θα το λυπηθείς, δε θα το στερηθείς αν στο κλέψουν, αν το χάσεις απρόσμενα. Όλα τα προτιμούσα φτηνά τότε. Παρέες, ρούχα, Σαββατόβραδα, σχέσεις. Όλα έτοιμα να πεταχτούν στα σκουπίδια, δίχως πόνο και δισταγμό. Κάτι μέσα μου αηδίαζε στη θέα του αληθινού, στην αίσθηση του όμορφου. Σαν αιώνιο συνάχι, δε μ' άφηνε να γευτώ απολύτως τίποτα.
Έναν από εκείνους τους χειμώνες όμως τα είχα βρει πολύ σκούρα. Ένα μοιραίο λάθος στη δουλειά λίγο έλειψε να μου στοιχίσει τη θέση μου. Δεν ήταν και δύσκολο, βέβαια. Ένας άνθρωπος με τη δική μου την αφηρημάδα δε θα αργούσε να την πάθει και μάλιστα τόσο χοντρά, σε ένα τόσο ψυχαναγκαστικό περιβάλλον. Ένα τόσο δα λάθος με κάθισε απέναντι από την επιθεώρηση, με ανάγκασε να πάρω ηρεμιστικά για πρώτη φορά στη ζωή μου, με έκανε να σκεφτώ φόνους, ληστείες, αποδράσεις, ό,τι μαλακία μπορείς να σκεφτείς, μόνο και μόνο για να φύγω από τη δύσκολη θέση που είχα μπει χωρίς να το καταλάβω. Ήταν, ξεκάθαρα, η μόνη περίοδος της ζωής μου που δεν έκανα όνειρα. Κι αυτό δε μου το συγχώρεσα ποτέ. 
Αν δεν ήμουν ερωτευμένος εκείνο το χειμώνα δε νομίζω ότι θα την έβγαζα καθαρή. Η αγκαλιά εκείνου του κοριτσιού ήταν η μόνη ζεστή γωνιά του κόσμου για έναν υπαλληλίσκο της δεκάρας σαν και μένα. Ένας μικρός ναός που με κρατούσε πιστό στη ζωή και στην ακεραιότητά μου σαν άνθρωπο. Ήταν μια εποχή που ένιωθα ότι δεν άξιζα μια. Ότι η παρουσία μου στη γραμμή παραγωγής της κοινωνίας ήταν πλέον περιττή και πως όλα προετοίμαζαν την αποχώρησή μου. Ήταν χειμώνας του 2008. Οι πρώτοι μήνες αυτού του άρτια οργανωμένου σχεδίου που ονομάζεται κρίση. Καταθλιπτικά δελτία ειδήσεων, επεισόδια, βία. Όλοι ένιωθαν ότι αιωρούνταν στον αέρα ή, στην καλύτερη ότι τους κρατούσε σαν μαριονέτες, ένα αόρατο σχοινί. Εγώ αυτό το σχοινί το ένιωθα να τρίβεται σιγά σιγά και το κενό από κάτω μου απλωνόταν σιωπηλό.
Ένα πρωί που πήγαινα, σαν υπνωτισμένος, στη δουλειά, απορροφημένος από τις σκέψεις μου, κάποιος βιαστικός με έσπρωξε και ακούμπησα κατά λάθος πάνω σε έναν μεταλλικό κάδο που βρισκόταν στην άκρη του δρόμου. Εκείνη την ώρα μου 'ρθε. Μόλις είχα συνειδητοποιήσει ότι εκείνο το διάστημα ήμουν κι εγώ μια φτηνή ομπρέλα, στα τελευταία της. Είχα προσφέρει τις υπηρεσίες μου και τώρα αντίκρυζα τον κάδο σαν τον επόμενο προορισμό μου, μη μπορώντας να αποδώσω ή έστω να απολογηθώ για τη μη απόδοσή μου. Ένιωθα φτηνός, κινέζικος, μιας χρήσης. Έτσι κάπως ήταν τα πράγματα τότε. Κι όλα αυτά, κάτω από ασταμάτητη βροχή. 
Κάπως έτυχε όμως και η ζωή είχε άλλα σχέδια. Λίγο το άλλοθι της απειρίας, η προστασία από τους συναδέλφους μου και η έλλειψη οποιασδήποτε δολιότητας στην όλη υπόθεση, λίγους μήνες αργότερα απαλλάχτηκα από τις ευθύνες μου και γλίτωσα τα χειρότερα, αλλάζοντας απλά πόστο και χωρίς να έχω σημαντικές κυρώσεις. Η ζωή μου έδινε μια γενναιόδωρη ευκαιρία να ανασάνω και να ονειρευτώ ξανά. Για καιρό όμως δεν πίστευα ότι είχα γλιτώσει εντελώς, για νύχτες ακόμη κρατούσα σφιχτά σαν φυλαχτό το κουτί με τα ηρεμιστικά, ξυπνώντας με το παραμικρό, σαν σκοπός σε καιρό πολέμου. 
Ένα μεσημέρι ύστερα από λίγο καιρό, μετά το σχόλασμα, μπήκα στο πολυκατάστημα δίπλα στην τράπεζα και αγόρασα μια καλή ομπρέλα, ανθεκτική και κατάλληλη για το δύσκολο καιρό του νησιού. Κόστιζε όσο δέκα από τις προηγούμενες αλλά την έχω ακόμα. Δεν την έχασα ποτέ ούτε τη χάλασα. Δεν έχει πάθει το παραμικρό. Την πρόσεχα, όπως πρόσεχε εμένα εκείνο το μικρό κορίτσι τότε, σαν κάτι πολύτιμο, σαν κάτι που έχει αξία. 
       Ένα από τα επόμενα βράδια πήγαμε σινεμά με την παρέα από τη δουλειά. Όταν τέλειωσε η ταινία είπαμε καληνύχτα και χαθήκαμε στη βροχή, ο καθένας στο δρόμο του. Έβγαλα την καινούρια μου ομπρέλα και κρύφτηκα από κάτω της. Άρχισα να περπατώ νιώθοντας μια ζεστασιά, σαν του σπιτιού μου και χάθηκα μέσα στο δρόμο, προσπαθώντας να πιάσω τις νότες από εκείνο το αέναο τραγούδι της βροχής.


Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου 2011

Back Office Χιούμορ


        Έχοντας αβάστακτες ενοχές που άφησα το μπλογκάκι μου στην τύχη του τελευταία, βούτηξα και πάλι στα έγκατα του αρχείου μου πάνω στο Νόμο του Μέρφυ και ψάρεψα ένα ακόμη κεφάλαιο. Το συγκεκριμένο είναι λιγάκι ακανθώδες καθώς έχει να κάνει με τις σχέσεις των υπαλλήλων μεταξύ τους και δεν είναι άλλο από τα:



(γαμώτο, δε βρήκα καμιά καλή φωτογραφία για εισαγωγή, τέσπα, διαβάστε το έτσι)



ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΑ

- Όταν ένα υπάλληλος έρθει με αυτοθυσία στη δουλειά ενώ είναι άρρωστος, την επομένη θα λείπουν τουλάχιστον τρεις υπάλληλοι που αρρώστησαν επειδή τους κόλλησε. 

- Όταν έχεις ήδη βάλει λάθος τον κωδικό σου στο τερματικό, τη δεύτερη φορά θα ξαναβάλεις ακριβώς τον ίδιο κωδικό και θα είναι πάλι λάθος. 

- Πάνω στην τρίτη προσπάθεια θα σε πάρει τηλέφωνο ο προϊστάμενος να ρωτήσει τι έγινε και θα ξαναβάλεις λάθος τον κωδικό σου οπότε θα μπλοκάρεις το τερματικό.  

- Το κατάστημα είναι πάντα γεμάτο όταν σου φωνάζει ο υποδιευθυντής.

- Όταν σου φωνάζει ο διευθυντής επειδή έκανες κάτι λάθος, την επόμενη ακριβώς στιγμή θα ξανακάνεις λάθος.

- Με το που θα έχεις κατακτήσει το μέγιστο δυνατό των γνώσεων πάνω σε ένα αντικείμενο, θα σου ζητηθεί να αλλάξεις πόστο.

- Οι περιφερειακοί διευθυντές επισκέπτονται τα καταστήματα εξ ορισμού τις μέρες που δεν έχει πολλή κίνηση οπότε πάντα βρίσκουν το προσωπικό υπεράριθμο.

- Για την ύπαρξη χαφιέ χρειάζονται μόνο τρία άτομα: Ο ένοχος, ο δέκτης της πληροφορίας και ο ίδιος ο χαφιές. Άρα κανένα κατάστημα δε μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν έχει τουλάχιστον έναν. 

- Η πιθανότητα να κάνει κάποιο λάθος ένας εκπαιδευόμενος αυξάνεται όταν ο προϊστάμενος που τον έχει αναλάβει έχει πάει για λίγο στο γραφείο του διευθυντή.

-Όσο πιο αποτυχημένο είναι το αστείο που θα πείτε, τόσο περισσότεροι συνάδελφοι θα είναι κοντά εκείνη την ώρα.

- Όταν θέλετε έγκριση για ανάληψη μεγάλου ποσού θα λείπουν όλοι οι προϊστάμενοι από τις θέσεις τους. Αν όμως μιλήσετε με αγένεια σε κάποιον πελάτη θα είναι όλοι εκεί γύρω και θα σας κάνουν όλοι παρατήρηση.

- Όσο πιο καλοσιδερωμένα και κολλαριστά είναι τα ρούχα που φοράτε, τόσο πιο πιθανό είναι να  σας ζητηθεί να βουτήξετε στα έγκατα του αρχείου.

- Πάντα κάποιος προϊστάμενος θα έχει να σας πει ένα απίστευτο ανέκδοτο όταν επείγεστε να πάτε τουαλέτα. 

- Το ξέρατε ήδη. 

Τρίτη, 20 Σεπτεμβρίου 2011

Είσαι πολλά χρόνια ταμίας όταν:


1. Ξέρεις οποιοδήποτε νούμερο ως πολλαπλάσιο του 50 και του 20. 


2. Στην ταβέρνα η παρέα πάντα δίνει σε σένα να κάνεις το λογαριασμό. 


3. Τον έχεις ήδη κάνει από πριν και ξέρεις και πόσο πρέπει να πληρώσει ο καθένας.


4. Δεν ξέρεις τις φάτσες των πελατών σου αλλά τους θυμάσαι όλους με τη φωτογραφία της ταυτότητας.


5. Μπορείς να φας μια καυτή τυρόπιτα σε χρόνο λιγότερο από 1' 15''.


6. Αν θες ένα μπουκαλάκι νερό και έχεις πάνω σου μόνο πενηντάευρο ή θα πάρεις άλλα οχτώ πράγματα για να μη νιώσεις τύψεις απέναντι στο συνάδελφό σου στο ψιλικατζίδικο ή θα πιεις το σάλιο σου μέχρι να πας σπίτι.


7. Ξέρεις να ξεχωρίζεις ένα πλαστό χαρτονόμισμα από την τσέπη του πουκαμίσου του πελάτη ανάμεσα σε άλλα τέσσερα άλλα χαρτονομίσματα, ένα δελτίο τζόκερ και μια τηλεκάρτα.


8. Όταν κοιμάσαι και περνάει ασθενοφόρο έξω απ' το σπίτι σου ξυπνάς φωνάζοντας "Ρε παιδιά, ποιος χτυπάει μαζεμένα τα νούμερα;".


9. Έχεις το ηλίθιο χούι όταν είσαι σε γκισέ ως πελάτης να μονολογείς ότι "κι εγώ να δεις τι περνάω τόσα χρόνια" και "μην κοιτάς τώρα παλιότερα να ’βλεπες" και "σε καταλαβαίνω" χωρίς να συνειδητοποιείς ότι εμποδίζεις το συνάδελφό σου να δουλέψει.


10. Σου έρχεται τελείως διαφορετική εικόνα στο μυαλό όταν ένας πελάτης φωνάζει "Χτυπήστε κανένα νούμερο!". 


11. Όταν λες "Λυπάμαι" σε πελάτη, στην ουσία εννοείς το ακριβώς αντίθετο.


12. Έχεις ήδη στείλει το λινκ αυτού του blog σε όλους τους συναδέλφους σου.

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2011

Καλό (-Μην πεις χειμώνα σε γ***σα!) εεε, φθινόπωρο!

     Οκ, το καταλαβαίνω ότι έχω καιρό να γράψω καινούριο ποστ. Και η αλήθεια είναι ότι καλοκαιριάτικα, μόνο να γράφω δεν ήθελα. Θες ο Ιούλης που ήταν εφιαλτικός μήνας από θέμα δουλειάς, θες ο Αύγουστος που σάπισα κυριολεκτικά και πήγαινα εκδρομές από δω κι από κει, κόντεψα να ξεχάσω -γι' άλλη μια φορά- την ύπαρξη του εν λόγω ιστολογίου. 
     Έτσι, θα ξεκινήσουμε τη νέα μας σεζόν όπως ξεκινά κάθε σχολική χρονιά. Baby steps.
Έξι μήνες τώρα που βρίσκομαι στην Κοζάνη έχουν συμβεί διάφορα ευτράπελα και καταστάσεις αλλά έχω κάνει και κάποιες παρατηρήσεις κοινιωνιολογικού περιεχομένου, όπως κάθε ταμίας οφείλει να κάνει, με τόσο κόσμο που βλέπει καθημερινά.
      Κατ' αρχήν το κλίμα είναι πολύ πιο ειρηνικό από το αντίστοιχο της Κέρκυρας. Θες το νησιωτικό ταμπεραμέντο, θες ο θαλασσινός αέρας, οι φίλοι μου Κερκυραίοι κατ' αρχήν φώναζαν πιο δυνατά, τσατίζονταν πιο εύκολα και ήταν πρώτοι στη λαμογιά και τα κόλπα. 
     Για να μην είμαι όμως άδικος, ήταν πολύ πιο έξω καρδιά από τους Κοζανίτες, πιο εγκάρδιοι και πιο δοτικοί. Χαμογελούσαν ακόμη κι όταν είχαν του κόσμου τα προβλήματα και αν θύμωναν, το ξεχνούσαν στα επόμενα δυο λεπτά. Επίσης, οι γυναίκες ήταν πολύ πιο δεκτικές στο -καλό- φλερτ και πιο ευγενικές. Μπορούσες να κάνεις ένα κομπλιμέντο χωρίς να σε κοιτάξει η άλλη λες και της έβρισες τη μάνα.
         Το τελευταίο πράγμα που θα περίμενα όταν πρωτομπήκα στο ταμείο πριν πέντε χρόνια είναι ότι θα μου άφηναν φιλοδωρήματα. Ναι, αφήνουν στον ταμία της τράπεζας tips! Και φυσικά όχι οι μεγαλοσυνταξιούχοι και οι σημαντικοί πελάτες, αλλά οι συνταξιούχοι του ΤΕΒΕ και οι άνεργοι! Ναι ρε, οι άνεργοι! Παλιότερα, ο ταμίας που αναλάμβανε την πληρωμή επιταγών ΟΑΕΔ έβγαζε διπλάσιο μεροκάματο. Αλήθεια είναι αυτό που λένε, in this life, there are givers and takers. 
   Ε, στην Κοζάνη αυτό το ξέχασα εντελώς. Εκεί που στην Κέρκυρα υπήρχαν βδομάδες που ζούσα αποκλειστικά από τα tips, στην Κοζάνη κάνω το σταυρό μου (τρόπος του λέγειν) αν κάποιος αφήσει στον πάγκο κατά λάθος τα δίλεπτα/μονόλεπτα από την επιστροφή φόρου.
     Για να εξηγούμαι, ποτέ δε ζήτησα ή απαίτησα να μου δώσουν αυτά τα φιλοδωρήματα. Δε νομίζω κι ότι τα δικαιούμαι, για να είμαι ειλικρινής. Εδώ ο κόσμος πεινάει κι εγώ θα του πάρω και τα ψιλά; Αλλά είναι, αν θες, ένδειξη για κάτι πολύ βαθύτερο. Βλέπεις τα μάτια της γιαγιάς που παίρνει 523 ευρώ το μήνα και σου αφήνει ένα ευρώ, σχεδόν παρακαλώντας σε να το πάρεις. Και τα μάτια της έχουν αυτή τη γλύκα του ανθρώπου που προσφέρει, που είναι ευγνώμων για τη ζωή και που σε βλέπει σαν εγγονό της κι ας της είσαι εντελώς άγνωστος. Δεν είναι το μισό ή το ένα ευρώ το θέμα, είναι που νιώθεις σε μια μέρα ότι έχεις τριάντα γιαγιάδες να σε προσέχουν.
        Βλέπεις κι απ' την άλλη το Σκρούτζ παππού που βρωμάει φορμόλη και παίρνει 1860 ευρώ το μήνα και πάντα ξεκινάει την κουβέντα του με την έκφραση "Σε λίγο δε θα' χουμε ούτε να φάμε". Το λέει και το πιστεύει ο πούστης, γαμώ και τα εφτά βιβλιάριά του μέσα! Πάντα τσατισμένος, σου λέει καλημέρα μόνο όταν μπει ο τόκος από τα προθεσμιακά και δε θα ησυχάσει αν δε βγει το διλεπτάκι από το τζάμι του γκισέ. "Γιατί να τους το χαρίσω"; Όρσε!
          Τώρα που είπα καλημέρα, τι πράμα είναι αυτό εδώ πέρα ρε; Οι μισοί πελάτες δε λένε καλημέρα! Δεν είπα να μου χαμογελάσεις, το χαμόγελο θέλει ενέργεια και πρωί πρωί δεν είναι και τόσο εύκολο. Αλλά η καλημέρα μια λέξη είναι ρε πούστη μου! Ούτε χρεώνεται ούτε είναι φλώρος αυτός που τη λέει. Έχει καταντήσει η αγένεια να θεωρείται μαγκιά και χαρακτήρας και η ευγένεια δουλοπρέπεια και κατωτερότητα. Ενώ ισχύει το ακριβώς αντίθετο!!

-Καλημέρα σας.
-Xίλια ευρώ.

       Καλά ρε, απ' τον κώλο σε έκανε η μάνα σου; Πες μια καλημέρα μη σου δώσω τα χίλια ευρώ να τα φας!
(Ευέξαπτος είσαι και φαίνεσαι). 

      Άλλο θέμα που έχει συγκλονίσει τον εσωτερικό μου κόσμο στο νέο μου πόστο είναι το θέμα της ατομικής υγιεινής. Εδώ οι άνθρωποι ΑΠΛΑ ΔΕΝ ΚΑΝΟΥΝ ΜΠΑΝΙΟ! Στην Κέρκυρα το ποσοστό απλυσιάς έφτανε ένα 30 τοις εκατό επί του συνολικού αριθμού των συναλλασσομένων. Μην ξεχνάμε όμως ότι το κλίμα εκεί είναι τρεις φορές πιο ζεστό και ζέχνεις ακόμη κι αν έκανες μπάνιο πριν μια ώρα! Οπότε είναι σχετικά δικαιολογημένο το ποσοστό. 
       Στην όμορφη Κοζάνη όμως, με πρόχειρες μετρήσεις το ποσοστό έχει φτάσει το εβδομήντα τοις εκατό και βάλε. Νερό του θεού είναι ρε φίλε! Μύρισε το σαπουνάκι να δεις πως μοσχοβολάει. Δε θα σε πούνε δα κι αδερφή αν κάνεις κι ένα μπανάκι που και που. Δε μιλάω για την αναπνοή που μπορεί να παίζει και κάποιο πρόβλημα ή για τους ηλικιωμένους που δε μπορούν να αυτοεξυπηρετηθούν. Αλλά είναι κάποιοι άνθρωποι που μπορούν άνετα να κάνουν ληστεία έχοντας οι ίδιοι τα χέρια ψηλά. Και καλά αν ήρθαν για μια απλή κατάθεση. Αλλά άμα έχουν φέρει μαζί τους μισθοδοσία, επιταγές και έχουν και πέντε έξι απορίες για το δάνειο, γάμησέ τα!



Συνέβη πριν λίγες μέρες...

-Πολύ σκοτεινά δεν είστε εδώ μέσα βρε παιδάκι μου; Πώς μπορείτε και δουλεύετε; 
- Ε, όχι και σκοτεινά κύριε, σαν χειρουργείο είμαστε.
- Ε, πώς, θεοσκότεινα είναι, θα στραβωθείτε!
- Μήπως να βγάζατε τα γυαλιά ηλίου;
-Ποια γυαλιά; Ααα....



Κυριακή, 24 Ιουλίου 2011

Λόγια που θα θυμάσαι και μετά την απομάκρυνση εκ του ταμείου

Πριν από λίγες μέρες επισκέφτηκα τυχαία ένα γαμάτο blog που μιλούσε κυρίως για μαλακίες που συμβαίνουν στα ταμεία και εντυπωσιάστηκα. Πριν προλάβω να ολοκληρώσω τη σκέψη του ποιος πούστης έκατσε κ έκανε ολόκληρο μπλογκ πάνω σε αυτό το concept συνειδητοποίησα ότι ο τίτλος του κάτι μου θύμιζε. 


                                      uriteller.blogspot.com


Καλά ρε πόσο καιρό είχα να μπω εδώ μέσα; Λίγο το καλοκαίρι και τα ξενύχτια, λίγο το facebook που έχει τιγκάρει από άλμπουμ με φωτογραφίες από τις διακοπές (ναι, καλά, για να δω τη Σαντορίνη, τις ανέβασες, όχι για να σε πάρω μάτι με το καινούριο σου μαγιώ!), είχα ξεχάσει και την ύπαρξη ακόμη του blog μου.
Ένηγουέη, επειδή νιώθω τύψεις που τόσο καιρό παραμέλησα το πολυπληθές κοινό μου (γεια σου Αγγελική :p ) θα παραθέσω έναν κατάλογο με μνημειώδεις ατάκες που έχω ακούσει τα τελευταία χρόνια στο γκισέ.
Δεν είναι τρολλιές, δεν είναι μούφα, είναι 100% αληθινές και σας τις μεταφέρω αυτούσιες. Μερικές σας τις έβαλα και σε σκίτσα, τρομάρα σας!






1. -Γιαγιά: ...και θα ήθελα παρακαλώ να μου δείξετε πώς να βγάζω λεφτά απ' τον τοίχο.


-Τέλλερ: ....;


-Γιαγιά: Μα η ανιψιά μου μπορεί και βγάζει λεφτά από τον τοίχο!


-Τέλλερ: Μάλιστα. Εννοείτε από οποιονδήποτε τοίχο ή από κάποιον συγκεκριμένο;


-Γιαγιά: Της έχουν δώσει ένα τετράγωνο πραγματάκι, το βάζει μέσα και βγάζει λεφτά. Έξυπνε!


2. 





3. -Ηλίθια: Μπορείτε να μου πείτε τι ποσό μπήκε στο λογαριασμό του άντρα μου γιατί είναι κατάκοιτος και δε μπορεί να έρθει και θα μου πει πάλι ότι θα με παρατήσει γιατί είμαι ηλίθια;

-Τέλλερ: Απλή ενημέρωση βιβλιαρίου χωρίς λόγια.
Σιωπηλή απορία: Αφού είναι κατάκοιτος δε βρίσκεις ότι είναι λίγο δύσκολο να σε παρατήσει, Ηλίθια;






4.











5.  "Με την παρούσα εξουσιοδοτώ το γαμπρό μου όπως παραλάβει από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος το ποσό των μπάνιων που μου αναλογεί".

(Υποσημείωση: "Μπάνια" στην αργκό των συνταξιούχων είναι το επίδομα αδείας, το οποίο εισπράττουν συνήθως τον Ιούλιο).




6. 








7. -Πελάτης: (απευθυνόμενος στην κολώνα) Θα ήθελα παρακαλώ ένα παράβολο για την ανανέωση της άδειας οδήγησης.

-Τέλλερ: Εδώ είμαι, κύριε.

-Πελάτης: (Γυρνάει στον γκισέ) Θα ήθελα παρακαλώ ένα παράβολο για την ανανέωση της άδειας οδήγησης.

(Είσπραξη χρημάτων, ρέστα, εκτύπωση του παραστατικού, παραλαβή της απόδειξης από τον πελάτη).

-Τέλλερ: Τελειώσαμε κύριε.

-Πελάτης (φανερά απορημένος): Φωτογραφίες;;






8.










9. -Πελάτης: Θα ήθελα παρακαλώ να στείλω λεφτά σε αυτό το άτομο (επιδεικνύει στην ταμία μια φωτογραφία του δικαιούχου).

-Τέλλερ: Μπορείτε παρακαλώ να μου δώσετε ένα τηλέφωνο;

-Πελάτης: Ορίστε (παραδίδει στην ταμία τη συσκευή του τηλεφώνου του).










10. 










11. -Τέλλερ: Θα μπορούσατε παρακαλώ να μου δώσετε μια ταυτότητα;


-Πελάτισσα: Ναι αν και δε βρίσκω το λόγο, με ξέρουν όλοι εδώ, είχα έρθει και πέρυσι για διακοπές.




12. -Τέλλερ: Εδώ κύριε! Εδώ! Εδώ στο ταμείο πέντε! Μπροστά σας! Δε βλέπετε; Εδώ! Με ακούτε; Θα πάρετε τη σύνταξή σας;
-Πελατης: Σύνταξη; Ποια σύνταξη; Εγώ ήρθα να βγάλω παράβολα για το νέο δίπλωμα...



13. –Τέλλερ: Μπήκαν τα λεφτά γιαγιά. Θα κάνουμε ανάληψη;

-Γιαγιά: Όχι, θα τα πάρω.








14. 
14. 










15. -Τέλλερ: Η οδός που μένετε είναι Ερωτόκριτου Μωραΐτη;
-Πελάτης: Μάλιστα, του Νικολάου.




16. -Τέλλερ: Τι ΔΟΥ είναι ο άντρας σας;
-Πελάτισσα: Και τι σας νοιάζει καλέ εσάς τι ζώδιο είναι ο άντρας μου;









Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

Ταυτότητα παρακαλώ!

    

Ταυτότητα: Αρκετά δημοφιλές "gadget" που πρέπει να κουβαλάμε όλοι ούτως ώστε να πιστοποιούμε σε αγνώστους την πραγματική μας υπόσταση και τη νόμιμη ύπαρξή μας σε τούτο τον μάταιο κόσμο. Δεν πα' να 'σαι ο τιμιότερος άνθρωπος του κόσμου, με στρωμένη δουλειά και ευτυχισμένα παιδικά χρόνια, πεθερά διαμάντι και ωροσκόπο Ταύρο, αν δεν κουβαλάς μαζί σου ταυτότητα είσαι για την κοινωνία ένα με τα τζάνκια που βολτάρουν στη Ναυαρίνου (χρόνια έχω να περάσω απο' κει, τεσπα...).
      Ως ταμίας η σχέση μου με τις ταυτότητες ήταν πάντα μια σχέση μίσους και πάθους. Μίσους γιατί απλά έχουν περάσει από πάνω τους τα δακτυλικά αποτυπώματα όλων των δημοσίων υπαλλήλων του νομού κι όμως πρέπει να περάσουν κι από τα δικά μου και πάθους γιατί αν δεν την κουβαλάς μαζί σου και θες λεφτά -και μάλιστα τα ζητάς με υφάκι- παίρνω κι εγώ το ύφος "ναζιάρικο κουταβάκι" (κεφάλι ελαφρώς κεκλιμένο προς τα δεξιά, αθώο βλέμμα και σπαστικό χαμόγελο) και λέω "Λυπάμαιαι!" με τον ακριβώς αντίθετο τόνο φωνής που θα άρμοζε στην εν λόγω λέξη.
      Έχουν όμως και οι ταυτότητες έναν κώδικα δικό τους που μόνο αν τις πιάνεις με το κιλό ημερησίως μπορείς να τον ερμηνεύσεις. Είναι μικρές ιστορίες γραμμένες με ονοματεπώνυμα, ημερομηνίες και φωτογραφίες. 
       Κοιτάς την ημερομηνία έκδοσης της ταυτότητας και αυτόματα σκέφτεσαι πού ήσουν εσύ τότε. 1989, πιτσιρίκι με ποδήλατο και χανζαπλαστ στα γόνατα κι ο κύριος μπροστά σου νεαρός τότε, χαμογελαστός, τώρα κουρασμένος και με το ένα τρίτο της πάλαι ποτέ πυκνής κόμης του.
1996, εσύ λυκειόπαιδο με ακμή και μέταλ κασέτες ακόμα και στις πιο κρυφές τσέπες σου και η κυρία μπροστά σου νέα μαμά τότε, γλυκιά και με ένα ελαφρύ μειδίαμα, τώρα θλιμμένη κάπως αλλά ακόμα γλυκιά, τρέχει να βάλει λεφτά του γιου της που σπουδάζει Θεσσαλονίκη...
1961, άγνωστη εποχή, παλιά λαϊκά, σκέφτεσαι τον μπαμπά σου πιτσιρίκο στο χωριό και ο παππούς μπροστά σου παληκάρι τότε, με ένα βλέμμα σκληρό, όσο κι η ζωή του.
    Οι φωτογραφίες από μόνες τους λένε κι αυτές μια ιστορία σιωπηλή. Έχεις μπροστά σου μια ηλικιωμένη κυρία, λιγομίλητη και σεμνή, ντυμένη κομψά με ένα αλλοτινό στυλ. Βγάζει την ταυτότητά της, 1964 εν Πειραιεί και βλέπεις ένα πλάσμα υπέροχο, μια καλλονή άλλης εποχής με μια θηλυκότητα που είσαι σίγουρος ότι δεν υπάρχει πια, σήμερα που τα κοριτσάκια λεν "στ' αρχίδια μου" και σουφρώνουν τα χείλια δήθεν για να σε ανάψουν.
     Την ξανακοιτάς και δε μπορείς να μην προσέξεις τη μελαγχολία στα μάτια της. Κάπου στη ζωή της βλέπεις έναν πρίγκηπα, ένα παληκάρι που την αγάπησε, αξιωματικός ίσως ή μεγαλέμπορος της εποχής. Καθώς μετράς τα λεφτά σκέφτεσαι αν σμίξανε τελικά ή αν η ζωή τους χώρισε. Αν τον παντρεύτηκε ή αν τον έχασε πρόσφατα, να κοιμάται με τη φωτογραφία του αγκαλιά... Κάτι προσπαθείς να βρεις για να δικαιολογήσεις αυτό το νοσταλγικό βλέμμα κάτω από τα χοντρά γυαλιά της πρεσβυωπίας...
     Βλέπεις ροκάδες του '80, με μαλλί και φάτσα λες και έπαιζαν παλιά στους Last Drive, με υφάκι "τρέχει τίποτα;;" και τις επωμίδες από το perfecto να ξεχωρίζουν στην ασπρόμαυρη φωτογραφία. Κοιτάζεις πάλι στο γκισέ και βλέπεις έναν θείο με μπυροκοιλιά και  υπόνοια χαίτης, με φαλάκρα στην κορυφή και αξυρισιά μες τη γλίτσα. Ακόμη κι ο ίδιος γυρνάει με απορία όταν ακούει "μπαμπά", σαν να μην απευθύνεται σ' εκείνον η προσφώνηση, σαν να είναι ακόμη το άγριο νιάτο της φωτογραφίας...
   Βλέπεις και εκείνα τα απίστευτα γεροντοζευγάρια που η ταυτότητά τους διαφέρει μόνο στο τελευταίο νούμερο. Έντυπα αρχαιολογικής σημασίας πια, τις έβγαλαν μαζί όταν παντρεύτηκαν κι έκτοτε τις κουβαλάνε όποτε κατεβαίνουν για δουλειές στην πόλη, από τότε μαζί, αχώριστοι, ό,τι κι αν τους έλαχε στη ζωή. Πάντα ο παππούς λίγο πιο ευέξαπτος και ανυπόμονος, "μη χάσουν το λεωφορείο" κι η γιαγιά πιο ήρεμη και μεθοδική περιμένει, "να τελειώσει το παιδί μην κάνει κανένα λάθος".
      Καμιά φορά κοιτάζω και τη δική μου την ταυτότητα αλλά δε βλέπω καμιά ιστορία αξιοσημείωτη. Ίσως γιατί τα ξέρω τα δικά μου, δε χρειάζεται να τα φανταστώ. Ίσως γιατί τελικά όλα τα παραπάνω να είναι της φαντασίας μου και να μη συνέβη τίποτα όπως το περιγράφω. Ήμουν πάντως χαμογελαστός, μήνα Ιούνιο του '08, ερωτευμένος και πιο χαζόφατσα από ποτέ...

Κυριακή, 29 Μαΐου 2011

Κύριε "Uri Teller" - Επιστολή Διαμαρτυρίας


Κι ενώ είχαν κυκλοφορήσει μερικές δεκάδες παραδειγμάτων στο διαδίκτυο και η σειρά είχε αρχίσει να γίνεται δημοφιλής, άρχισαν να ακούγονται κάποια καυστικά σχόλια από πελάτες και γενικά ανθρώπους που συναλλάσσονται με ταμίες σε καθημερινή βάση και έχουν τους λόγους τους να διαφωνούν με τα παραπάνω λεγόμενα.

Μάλιστα, ανάμεσα στις σκόρπιες αναφορές ήρθε και μια πιο επίσημη -αν και ανώνυμα υπογεγραμμένη- που καταδίκαζε τη σειρά μας και μάλιστα παραθέτοντας παραδείγματα όπου ο νόμος του Μέρφυ ισχύει και αντίστροφα, δηλαδή από την πλευρά του συναλλασσόμενου. Την επιστολή αυτή παραθέτουμε λοιπόν εδώ για λόγους αντικειμενικότητας.

                         


 ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ - ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ


"Κύριε "Uri Teller",
    Πριν από λίγο καιρό βρήκα στα εισερχόμενά μου ένα email που είχε στείλει φίλος τραπεζικός το οποίο περιέγραφε κάποια παραδείγματα εφαρμογής του Νόμου του Μέρφυ στη δουλειά του ταμία. Το email μάλιστα είχε και έναν τόνο θυματοποίησης, σαν να ζητούσε την κατανόηση του αναγνώστη για το τι λούκι τραβάει καθημερινά ο «αγαπημένος» μας υπάλληλος.
    Αν και βρίσκω αρκετά διασκεδαστικό το θράσος σας, δε μπορώ να πω ότι με ψυχαγώγησαν ιδιαίτερα τα όσα διάβασα. Δεν είναι δηλαδή αρκετό που τρώμε τη μισή μας μέρα βλέποντας τα μούτρα σας κύριοι, θα πρέπει να σας συμπονέσουμε κιόλας, αν κατάλαβα καλά. Μάλλον έχετε την εντύπωση ότι μας ενδιαφέρει τι κάνουν άνθρωποι χωρίς προσωπικότητα και με μηδενική κοινωνική ζωή
-ανάθεμά με αν έχω δει έστω κι έναν από δαύτους έξω στο δρόμο.
Έχοντας μελετήσει εκτενώς το νόμο του Μέρφυ καθώς και τα λίγα φαιδρά παραδείγματα που παραθέσατε -το ψευδώνυμό σας δε θα μπω καν στη διαδικασία να το σχολιάσω- θα σας παραθέσω μερικά ωραιότατα παραδείγματα του τι τραβάμε εμείς καθημερινά.

1. Ο ταμίας θα κάνει διάλειμμα πάντα δύο ή τρία νούμερα πριν το δικό σου.

2. Όταν ζητάς από τον ταμία μεγάλα χαρτονομίσματα σε κοιτάει λες και του ζήτησες ένα σπάνιο μαργαριτάρι. Όταν όμως πάει να πάρει τη σύνταξή της η γιαγιά σου τη μπουκώνει με διακοσάευρα λες και θα πάει η δόλια αμέσως μετά να εξοφλήσει επιταγές.

3. Το τσιγάρο σου τελειώνει πάντα τουλάχιστον δύο λεπτά αφότου έρθει το νούμερό σου.

4. Όταν θες να πληρώσεις ακριβώς ένα μη ακέραιο ποσό κανείς ταμίας δεν έχει ψιλά. Όταν όμως κυκλοφορείς σαν κινητό παγκάρι όλοι έχουν ρέστα.

5. Όταν πας να υπογράψεις δε θα υπάρχει στυλό. Όταν υπάρχει, θα έχει τελειώσει το μελάνι. Όταν επιτέλους υπογράψεις ο ταμίας θα σου πει ότι υπέγραψες σε λάθος σημείο και θα σου υποδείξει να υπογράψεις αλλού.

6.  Πάντα η ταυτότητα θα βρίσκεται στην τελευταία τσέπη που θα ψάξεις.

7. Θα τύχει να μην έχεις ταυτότητα τις μέρες που απουσιάζει ο μοναδικός υπάλληλος που γνωρίζεις εκεί μέσα.

8. Τα ταμεία -και δη εκείνα που δουλεύουν άντρες- θα δουλεύουν σε φρενήρεις ρυθμούς μόνο αν υπάρχει εντός της αίθουσας έστω και μια αιθέρια ύπαρξη.

9. Σχεδόν πάντα το δικό σου νούμερο είναι μετά της κορασίδος. Κάτσε τώρα κανένα εικοσάλεπτο μέχρι να την ψήσει ο τύπος να του δώσει τηλέφωνο.

10. Οι πιθανότητες να βρεις το βιβλιάριό σου αυξάνονται όταν το έχεις ήδη εξοφλήσει για να ανοίξεις καινούριο.

11. Στις τρεις παρά είναι πολύ αργά για να κάνεις οποιαδήποτε συναλλαγή αλλά μια ώρα μετά είναι αρκετά νωρίς για να σε πάρουν τηλέφωνο και να σε ρωτήσουν αν σου έδωσαν παραπάνω χρήματα.

12.  Πάντα η αίθουσα θα είναι γεμάτη κόσμο όταν ο ταμίας σε φωνάξει να σου πει ότι σου έδωσε παραπάνω χρήματα.

13. Το λάθος μετά την απομάκρυνση εκ του ταμείου αναγνωρίζεται μόνο όταν σου έχουν δώσει παραπάνω χρήματα.

14. Τα ΑΤΜ χαλούν μόνο Σαββατοκύριακα.

15. Το σύστημα θα πέσει ή λίγο πριν ή λίγο αφού έχεις πάει στο ταμείο.

16. Τις περισσότερες φορές η συναλλαγή θα έχει ήδη ξεκινήσει οπότε δε θα μπορείς να φύγεις και να έρθεις αργότερα.

17. Το τζάμι στο κέντρο του γκισέ έχει τέτοιο βάθος ούτως ώστε να μένουν μέσα τα ψιλά και να μη μπορείς να τα βγάλεις με τίποτα.

18. Όταν σε παίρνει τηλέφωνο η εισπρακτική εταιρεία είσαι πάντα στο σπίτι.

19. Συνήθως μόλις έχεις ξαπλώσει κι έτσι όταν "σου τη λέει" η υπάλληλος είσαι ανήμπορος να αντιδράσεις και σίγουρος ότι από μέσα της σε θεωρεί "καλό μαλάκα".


20. Οι πιθανότητες να χτυπήσει το νούμερό σου ένας ταμίας αυξάνονται όταν αυτός βρίσκεται στην άλλη άκρη της αίθουσας.

21. Η κάρτα κάνει να έρθει ακριβώς τόσο χρόνο όσο χρειάζεται για να λήξει.

22. Όσες ώρες και να περιμένεις μόνος στην ουρά θα πετύχεις ένα γνωστό σου μόλις λίγα λεπτά προτού έρθει η σειρά σου.

23. …οπότε και θα χάσεις τη σειρά σου επειδή πιάσατε κουβέντα και τώρα θα πρέπει να πάρεις άλλο νούμερο.

24. Εν τω μεταξύ όμως εκείνος θα έχει εξυπηρετηθεί και τώρα θα χρειαστεί να ξαναπεριμένεις μόνος.

25. Όταν πας στο ΑΤΜ για να γλιτώσεις την ουρά, αυτό θα είναι χαλασμένο. Όταν μπεις στην τράπεζα ο ταμίας θα λείπει γιατί έχει πάει να δει τι βλάβη έχει το ΑΤΜ.

26. Όταν ξαναπάς στο ΑΤΜ θα σου κρατήσει την κάρτα γιατί ο υπάλληλος ξέχασε να βάλει μπροστά την επιγραφή "χαλασμένο". "


Κύριοι τέλλερς, ο νόμος του Μέρφυ δεν είναι κτήμα κανενός. Ανήκει σε όλους. Βάλτε την υπεροψία σας στον κώλο σας.

Ανώνυμος