Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 1 Δεκεμβρίου 2012

Γκρίνια Τέλος!



Εδώ και καιρό είχα αναρτήσει στο γκισέ μου μια μικρή επιγραφή που έλεγε "Γκρίνια Τέλος". Αφορούσε όλο εκείνο τον κόσμο που μου γκρίνιαζε επειδή του έκοψαν το μισθό ή αργούσε να μπει η σύνταξή του ή δεν του μείωναν τη δόση του δανείου του κλπ. 
Συμπονούσα όλο αυτό τον κόσμο και με συγκινούσαν οι μικρές τους ιστορίες μέχρι που ήρθε η ώρα να ψηφίσουν και όλοι ξέρουμε τι επακολούθησε. Μάλιστα, όταν τους ρωτούσα "πού το έριξαν", έλεγαν με παρρησία ότι ψήφισαν τα δυο μεγάλα κόμματα οπότε κι εγώ πήρα το διογκωμένο συκώτι μου, σηκώθηκα και κόλλησα στο τζαμάκι δίπλα στο ταμείο την εν λόγω επιγραφή. Παρεξηγήθηκε -δεν παρεξηγήθηκε ο κόσμος, το ίδιο μου κάνει. Απλά τώρα τελευταία την κατέβασα επειδή ένιωθα να παρεξηγιέμαι εγώ ο ίδιος που ασχολούμαι ακόμα. 
Τις απόψεις μου τις ξέρετε οι περισσότεροι καθώς και τον τρόπο σκέψης μου. Δε μ' αρέσει ούτε να επιβάλλω τη γνώμη μου ούτε να επικρίνω όποιον δε σκέφτεται όπως εγώ. Απλά δε μ' αρέσει να το βουλώνω κιόλας. 
Χτες έγραψα ένα σχετικό κείμενο και το έστειλα στον Πιτσιρίκο με αφορμή ένα τελευταίο του άρθρο. Με εξέπληξε ευχάριστα που το δημοσίευσε σήμερα το πρωί και τον ευχαριστώ θερμά γι' αυτό. 

Ορίστε και το λινκ: 

Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2012

Απεργία

Είναι από εκείνες τις φορές που κάνω κάνα μήνα και βάλε να μπω στο μπλογκάκι και μετά νιώθω τύψεις. Θες επειδή δεν έχω τίποτα καινούριο να πω, θες επειδή έχουν πέσει πολλά μαζεμένα, το παρατάω και μπαίνω μόνο για να δω κανένα καινούριο σχόλιο. 
Τελευταία είχαμε πολλές απεργίες. Άλλες 24ωρες, άλλες 48ωρες, χαμός. Βέβαια, εκεί που φτάσαμε, αυτές οι αντιδράσεις δεν είναι τίποτα. Γιατί όμως και πάλι εγώ νιώθω ότι, όχι μόνο δεν κάνουμε κάτι σημαντικό αλλά κι ότι είμαστε στο λάθος δρόμο;
Κατ' αρχήν να δούμε πότε κάνει κατά κανόνα ο Έλληνας απεργία. Σωστά. Όταν του κόβουν λεφτά. Χρησιμοποιούμε δηλαδή έναν ιερό κοινωνικό θεσμό όχι για να απαιτήσουμε τα στοιχειώδη κι αυτονόητα αγαθά που μας αντιστοιχούν ως πολίτες αλλά επειδή έτσουξε το πορτοφόλι μας. Ναι, ρε φίλε, θα μου πεις αλλά δεν είναι και ασήμαντο πράγμα το πορτοφόλι! Δε διαφωνώ. Αλλά κοίτα γύρω σου τι εξαθλίωση υπάρχει, πόσο διαβρωμένο είναι αυτό το σύστημα που υπηρετούμε, πόσα λάθη έχουν γίνει, με πρωταγωνιστές εμάς, μας αρέσει δε μας αρέσει. 
Δε μιλώ φυσικά για τις συγκεντρώσεις των αγανακτισμένων σε όλη την Ευρώπη. Μιλώ για τις απεργίες των συνδικάτων που αποφασίζουν ότι την τάδε μέρα θα κατέβουμε όλοι στους δρόμους και θα τα κάνουμε "λίμπα". Γιατί εκείνη τη μέρα ειδικά; Γιατί μόνο μια μέρα; Φαντάζεστε σε όλους τους μεγάλους πολέμους που κάναμε στην Ελλάδα να βγαίναμε να πολεμάμε συμβολικά μόνο μια δυο μέρες το μήνα; Ακόμα Γιουνανιστάν θα ήμασταν. Και τη χτεσινή τρίωρη απεργία που έκαναν τα συνδικάτα ενώ σε όλη την Ευρώπη γινόταν χαμός, δε θα τη σχολιάσω καν.
Και τότε ρε φιλαράκι εσύ γιατί κάνεις απεργία; 
Απεργία δεν κάνω επειδή μου έκοψαν 7% του μισθού μου. Με το χαμό που γίνεται τριγύρω μου, δε μπορεί να διαμαρτύρομαι γι' αυτό και μόνο. Περισσότερο διαμαρτύρομαι επειδή τελευταία κάνω αναλήψεις ποσών όπως 3.80, 4.50, 9.20... Σου λέει ο άλλος ότι είναι τα τελευταία του χρήματα. Φτάνουν για ένα κιλό ψωμί και λίγο γάλα. Δεν ξέρει πότε θα ξαναπληρωθεί. Έρχονται μαμάδες με τα παιδιά, μπαμπάδες, βλέπεις να κρατιούνται μη βουρκώσουν, γιαγιάδες που σε κοιτάνε στα μάτια και σε ρωτάνε "πώς θα ζήσω εγώ με αυτά τα λεφτά για ένα μήνα;" . Και δε μπορώ να τους δώσω τίποτα. Ούτε και να τους πω κάτι μπορώ. Κι έτσι, όταν απεργώ, νιώθω ότι το κάνω και γι' αυτούς έστω κι αν δεν έχουν κανένα όφελος από αυτή μου την πράξη. Μόνο μια ελάχιστη ένδειξη αλληλεγγύης. 
Κι από εδώ και πέρα, θα απέχω από τις ειρωνικές απεργιακές κινητοποιήσεις των 24 ωρών. Μόνο διαρκείας πλέον. Ή απεργία διαρκείας ή ανεργία διαρκείας. Συγνώμη που δεν έχω κάτι χιουμοριστικό πια να πω. Υπόσχομαι να επιστρέψει κάποια στιγμή κι εκείνος ο Uri ...

Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2012

Τελευταίες μέρες του μήνα


Πέρασαν επιτέλους εκείνες οι ανιαρές μέρες που δεν κάναμε τίποτα σχεδόν στο κατάστημα κι έφτασε η όμορφη, ζωηρή περίοδος των πληρωμών, στο τέλος του μήνα. Η κρύα, άδεια αίθουσα της τράπεζας γέμισε από τα γέλια και τις χαρούμενες φωνές των πελατών που ήρθαν να πληρώσουν τις εισφορές τους στην εφορία. Οι εφοριακοί αποφάσισαν -για να μας ευχαριστήσουν για τη συνεισφορά μας- να απεργήσουν την τελευταία μέρα της προθεσμίας, παραχωρώντας έτσι με αυταπάρνηση όλους τους φορολογούμενους σε εμάς. Έτσι σε κάποια στιγμή ήταν τόσος πολύς ο κόσμος μέσα στην τράπεζα που αν στριμώχνονταν λίγο ακόμη –είχε και ζέστη-μπορεί να έβγαζαν και λάδι.
Ο κόσμος έδειχνε να αγωνιά για το αν προλάβουμε να μαζέψουμε και τα 11,5 δις της “Τρώει-cash” και περίμενε με ανυπομονησία για να πληρώσει. Μερικοί, οι πιο ευσυνείδητοι, από την πολλή αγωνία έμπαιναν στη ζούλα εκτός σειράς για να πληρώσουν και να σωθεί η πατρίδα πιο γρήγορα. Οι άλλοι σαν να μην έφτανε που περίμεναν με το πάσο τους για να πληρώσουν -λες και έχουμε καιρό για χάσιμο- είχαν το θράσος να τους τη λένε κι από πάνω, επειδή τόλμησαν να μπουν εκτός σειράς για το καλό της χώρας.
Οι πελάτες, την ώρα που περίμεναν, δεν παρέλειψαν να δείξουν πόσο προοδευτικοί και δημοκρατικοί είναι σε θρησκευτικά θέματα, αναφωνώντας κάθε λίγο «τέλειωνε, γαμώ την Παναγία σου». Επιπλέον, δεν έχαναν την ευκαιρία να κράξουν την κυβέρνηση που ήρθε στα καλά καθούμενα και κατσικώθηκε στη χώρα μας και μας τα έκανε μαντάρα, οδηγώντας με στο συμπέρασμα ότι όλη η πόλη ψήφισε ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ΚΚΕ και ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ και καμία σχέση δεν είχαν ποτέ με τους δοσίλογους της συγκυβέρνησης. Συγκλονιστικό.
Αυτά συνέβησαν τις τελευταίες μέρες της προθεσμίας πληρωμής αλλά και τις πρώτες μέρες του μήνα όπου πληρώνονται οι συντάξεις. Η εικόνα των Ελλήνων πολιτών και συναλλασσόμενων αυτές τις μέρες είναι τελείως διαφορετική από εκείνη των ημερών πριν τις εκλογές. Τότε έρχονταν όλοι τσαμπουκαλεμένοι, με τον αέρα του παραλή μεγαλοαστού, να σηκώσουν τις –παχυλές πολλές φορές- καταθέσεις τους από φόβο μη γυρίσουμε στη δραχμή. Που να γυρίσουμε στη μνα, γαμώ το κέρατό μου. Όλη η απόγνωση του χειμώνα, η αίσθηση της απόρριψης, της αδικίας, της ανάγκης για υγιή αντίδραση και αντίσταση έγινε «μωρέ φέρε εδώ τα φράγκα και να πα’ να γαμηθεί». Τώρα, έχουμε ξανά τα ίδια. Να τρέξουμε να πληρώσουμε, μη μας κάνουνε ντα. Να γκρινιάξουμε μόνο και μόνο για να γκρινιάξουμε. Και, φυσικά, να ξεσπάσουμε στο διπλανό, εκείνον που είναι στην ίδια –μην πω χειρότερη- θέση από μας και είναι εύκαιρος για να τ’ ακούσει ή και να τις μαζέψει.
Ωραία τα κάναμε. Ή, μάλλον, ΔΕΝ τα κάναμε. Απλά τα αφήσαμε να γίνουν. Προτιμήσαμε τον καναπέ μας, την τηλεόραση, να κοιτάμε «τη δουλειά μας» και «δε βαριέσαι»… Και φτάσαμε στο απόγειο της εθνικής ξεφτίλας και στο κατώφλι του φασισμού. Βέβαια, δεν έχει πλέον και πολύ νόημα να το αναλύουμε. Αλλά και η αδράνεια κάνει πολύ κακό. Αυτό που παρατηρώ τόσα χρόνια από το ταπεινό μου πόστο είναι ότι ο Έλληνας έχει πρόβλημα μόνο με τα στραβά του άλλου. Δεν ξέρω πόσο παλιά είναι αυτή η διαπίστωση. Πχ, στο ταμείο, κάποιος που θα μπει εκτός σειράς θα δικαιολογηθεί  λέγοντας ότι «σιγά μωρέ, αφού κανείς δεν ερχόταν». Ο ίδιος άνθρωπος, αν μπει άλλος εκτός σειράς είναι ικανός να πέσει πάνω του να τον φάει. Το ίδιο και με τις ταυτότητες. Αν δεν έχει κάποιος ταυτότητα και θέλει να πάρει εκατό ευρώ, θα επιχειρηματολογήσει «σιγά μωρέ πώς κάνετε έτσι για εκατό ευρώ;». Μπορείτε να φανταστείτε πώς θα κάνει αν διαπιστώσει ότι από το βιβλιάριό του λείπουν εκατό ευρώ.
Τώρα ήρθαν πάλι οι ήσυχες μέρες. Αυτές που όλοι λένε «μα, πώς και δεν έχετε κόσμο σήμερα;» κι ας είναι τον περισσότερο καιρό έτσι τα πράγματα. Απλά έχουν μάθει να έρχονται όλοι τις πρώτες ή τις τελευταίες μέρες του μήνα. Ασήμαντες λεπτομέρειες, θα μου πείτε, αλλά δείχνουν επακριβώς τον τρόπο που σκεφτόμαστε σαν λαός. Αν μου ζητούσε ένας ξένος να περιγράψω τον τρόπο σκέψης μας, αυτά τα περιστατικά θα του έλεγα. Κι αν κάτσεις να το σκεφτείς, λέει πολλά και για την κατάσταση που βρισκόμαστε αλλά, δυστυχώς και για το μέλλον μας...



Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2012

Σκέψεις Φθινοπωρινού Λυρισμού

Έφτασε λοιπόν και το φθινόπωρο με τα ωραία χρώματα και τη γλυκιά μελαγχολία. Κοιτάζεις με νοσταλγία τις καλοκαιρινές φωτογραφίες στο facebook -παπάρια, κάναν κώλο κοιτάς να βρεις- και βγάζεις σιγά σιγά τις ζακέτες και τις κουβερτούλες από την ντουλάπα. Στο μεταξύ υπάρχουν και οι ξαφνικές μεταπτώσεις του καιρού οπότε μπορεί να κοιμηθείς με κουβερτούλα το βράδυ και να ξυπνήσεις μπλιόντα (κοζανίτικο, σημαίνει μούσκεμα) στον ιδρώτα αλλά μπορεί και να κοιμηθείς με το μποξεράκι και να ξυπνήσεις στο σκηνικό από το "Βαρομετρικό Χαμηλό", δίπλα στο Σταλόνε.
Στη δουλειά, πάλι, δε συμβαίνει απολύτως τίποτα. Ο Σεπτέμβρης, άλλωστε, γνωστός για την αδράνειά του, θεωρείται από τους πιο χαλαρούς μήνες. Εσύ όμως -ναι ρε σε σένα μιλάω!- που έχεις να πληρώσεις την εφορία σου ή οτιδήποτε άλλο μην κάνεις την ίδια μαλακία που κάνετε όλοι κι έρθεις τις δυο τελευταίες μέρες της προθεσμίας! Ρε, δεν πάτε καλά! Μπορείτε να έρθετε ΟΛΟ ΤΟ ΜΗΝΑ να τελειώσετε με τις υποχρεώσεις σας σε δέκα λεπτά κι αντ' αυτού, έρχεστε τελευταία μέρα, στιβάζεστε σαν πρόσφυγες σε καΐκι, νευριάζετε και μετά σας φταίμε κι εμείς "του δημοσίου". Λοιπόν ε, στο λέω για τελευταία φορά: ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΔΗΜΟΣΙΟ!! Και μη ρωτήσεις από πότε, εδώ και δέκα χρόνια είμαστε ΑΕ οπότε πάρε το υφάκι "εγώ σας πληρώνω" και κούμπωσέ το στη σούφρα σου. 
Εν τω μεταξύ η κατάσταση με τα οικονομικά της χώρας έχει γίνει ανέκδοτο. Είναι το τρίτο φθινόπωρο που λέμε "καλά ε, αυτός ο χειμώνας θα είναι ο δυσκολότερος όλων" ή "δε μπορεί, τώρα θα χρεωκοπήσουμε, πόσο ν' αντέξουμε". Και βλέπεις κανονικά να παίρνουμε τα γαμοδάνεια, να τρέχουμε σα μαλάκες να πληρώσουμε τα χαράτσια μη μας μαλώσουνε τα αφεντικά μας και μετά να μας φταίνε οι Πακιστανοί, οι Εβραίοι και οι Φρουροί της Ιερής Λόγχης (από τους πιο εμπνευσμένους τίτλους του Λιακό). Μοιάζει η Ελλάδα σαν εκείνες τις γριές που όλο είναι να πεθάνουνε και λες "τίναχ'τα μαρή, δε μας λυπάσαι;" κι όλο τη σκαπουλάρουνε και ζούνε δυο ζωές ακόμα στα καπάκια. Ναι αλλά δεν είναι ζωή αυτή, μαντάμ. Όλο κρεβάτι και φάρμακα, βαρεθήκαμε να σου αλλάζουμε τα σλιπάντ. Ή κακάρωσ' τα ή πάρε στουπί και μολότωφ και κάν' τα μουνί όλα. Αλλιώς μούγκα και βάλε αντένα, αρχινάει το τούρκικο. 
Άλλη παπαριά αυτή. Πάνω που λες γλιτώσαμε από τη Ζωή της άλλης και τα υπόλοιπα διαμάντια της μικρής οθόνης, σου σκάνε άλλα, χειρότερα και σε μια γλώσσα που μοιάζει να λέει "σιχτήρ, τσογλάν, τζερεμέ χανούμ!". Όχι φιλαράκι, δεν είμαι εθνικιστής ή κάτι τέτοιο αλλά κάτι τέτοια βλέπουνε αυτοί και αρχίζουν για οργανωμένα σχέδια εξόντωσης του ελληνικού λαού (που κατά τ' άλλα δε μασάει τ' αρχίδια του) και του ελληνικού πολιτισμού (γιατί πριν τα τούρκικα σήριαλ, όλοι μελετούσαμε Ηράκλειτο τα απογεύματα) και ξεκινάνε τα "πατριωτικά". Πατριωτικά που λέει ο λόγος δηλαδή, γιατί όλο με τους αλλοδαπούς και τους αριστερούς τα έχουνε, κανέναν πασόκο, κανέναν δωσίλογο, κανέναν επαγγελματία ανθέλληνα ούτε κατά διάνοια να πάνε να του σμπαραλιάσουν το γραφείο και να του ανοίξουν το κεφάλι, γιατί άραγες; 
Τέλος πάντων, είναι από εκείνα τα (άν)αρθρα που αν συνεχίσω να γράφω θα με πάρει το πρωί οπότε εδώ κάπου βάζω τελεία. Καλή σας νύχτα, καλό ξημέρωμα και φιλιά στο Καρπενήσι που μας ακούει (τόινκ)!

Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2012

Το Ταξίδι ενός Συνδετήρα


     Πολλές φορές, ακόμη και τα πιο μικρά αντικείμενα κρύβουν μέσα τους μια μεγάλη ιστορία. Δε φαίνεται με την πρώτη ματιά αλλά αν τα δεις πιο προσεκτικά, μπορείς να παρατηρήσεις -αν διαθέτεις βέβαια και την απαιτούμενη φαντασία- όλα εκείνα τα γεγονότα που παλιώνουν, αλλάζουν ή καταστρέφουν ένα αντικείμενο. Κι εγώ κρατούσα στα χέρια μου έναν, αν μη τι άλλο, γενναίο ταξιδευτή.
     Το ταξίδι του άρχισε πολλά χρόνια πριν από άγνωστη αφετηρία και δε σταμάτησε σχεδόν ποτέ. Σαν μεταλλική ακρίδα πετούσε από γραφείο σε γραφείο, από υπηρεσία σε υπηρεσία, γαντζωνόταν στα χέρια υπαλλήλων, λογιστών και πελατών για να αναλάβει το απλό, αιώνιο και τυπικό καθήκον του, αυτό της επισύναψης εγγράφων. Όντας παλιάς κατασκευής, ήταν γερός και δε λύγιζε εύκολα, ήταν έτσι προορισμένος για πιο απαιτητικές δουλειές απ’ ότι οι μικρόσωμοι όμοιοί του που λύγιζαν με την παραμικρή πίεση. Φυλασσόταν γι’ αυτό το λόγο στο συρτάρι του εκάστοτε υπαλλήλου προσεκτικά, μακριά από τα αδηφάγα βλέμματα των «ελαφροχέρηδων» συναδέλφων, περιμένοντας την καινούρια του αποστολή.
     Όταν δεν ξεκουραζόταν σε κάποιο συρτάρι ή στο αρχείο, ταξίδευε σε εφορίες, τράπεζες και γραφεία, συνοδεύοντας σημαντικά έγγραφα, με όσο γίνεται περισσότερη ασφάλεια, πεταγόταν βιαστικά από τον υπάλληλο στην άκρη του γραφείου και πολλές φορές ξεχνιόταν εκεί, σε νέο «σπίτι», με καινούριους «συγκατοίκους». Άλλοτε θα άλλαζε τρεις ή τέσσερις προορισμούς σε μια μέρα, άλλοτε θα έμενε στο ίδιο μέρος για μήνες. Είχε γνωρίσει από κοντά όλη την οικονομία και τη γραφειοκρατική ιστορία του νησιού, συμβόλαια, συμβάσεις, έντυπα πληρωμής, ασφάλειες, όλα είχαν περάσει από το λεπτό μεταλλικό του σώμα για να μεταβούν σε μια υπηρεσία, σε κάποιο γραφείο μέσα στην πόλη.
     Χιλιάδες χέρια τον είχαν αγγίξει. Χοντροκομμένα δάχτυλα μεσήλικων προϊσταμένων,  λεπτά παγωμένα χεράκια νεόκοπων λογιστριών, ιδρωμένες παλάμες κυριών, πασαλειμμένες με ενυδατικές κρέμες και ψίχουλα τυρόπιτας. Κι όμως κανένας δεν του έδινε σημασία, όνομα, κάποια ιδιαίτερη προσοχή. Ήταν κι αυτός ένας μικρός, άψυχος υπάλληλος. Δεν τσιμπούσε, όπως οι καρφίτσες, δε χαλούσε όπως τα συρραπτικά, δεν κοβόταν όπως τα λάστιχα, μόνο έκανε τη δουλειά του απλά και σιωπηλά και υπάκουε σε κάθε καινούριο του αφεντικό.
     Σε μια δύσκολη μέρα με πολύ κόσμο, τέλος ή αρχή του μήνα ίσως, θα γλίστρησε από τα χέρια κάποιου υπαλλήλου κι έπεσε στο πάτωμα, στο τέρμα του γραφείου, κάτω από το βαρύ μεταλλικό συρτάρι. Εκεί, μακριά από τη σκούπα της καθαρίστριας και τα χιλιάδες βιαστικά χέρια, αφέθηκε να ξεκουραστεί στη βρώμικη, σκοτεινή γωνιά του για μήνες, χρόνια ίσως, μέχρι που μια μέρα έπεσε κοντά του ένα κέρμα και έσκυψα να το πιάσω. Ασυναίσθητα τον έκρυψα κι εκείνον στη χούφτα μου, να μην πάει χαμένος, σκέφτηκα και τον έβαλα στο συρτάρι μαζί με τους υπόλοιπους. 
     Άξαφνα βρέθηκε σε μια μεγάλη «παρέα» μετά από τόσο καιρό, μαθημένος στην ησυχία και το βαθύ σκοτάδι. Σκουριασμένος από τα χρόνια και ελαφρώς στραβωμένος, στεκόταν ανάμεσα στους νέους «συναδέλφους» του με τα χρωματιστά πλαστικά καλύμματα, παράταιρος και μόνος. Με τον καιρό, κρύφτηκε διακριτικά στην άκρη του συρταριού, να μην ενοχλεί με το παλιομοδίτικο παρουσιαστικό του. Χωρίς να το ‘χα σκεφτεί ποτέ, δεν τον έβγαζα από το συρτάρι και προτιμούσα να δουλεύω με τους πιο καινούριους από αυτόν, ίσως από ένα περίεργο είδος σεβασμού. 
      Κάποια μέρα, λίγο πριν το σχόλασμα, πετάχτηκε μπροστά μου ο Στάθης, από τον τρίτο. Βιαζόταν να παραδώσει ένα αντίγραφο σύμβασης σε κάποιον πελάτη και μου ζήτησε φουριόζος «ένα συνδετήρα, όχι απ’ αυτούς, λίγο πιο μεγάλο». Έκρυψα στο χέρι μου το σκουριασμένο μου φίλο και καθώς άνοιξα την παλάμη μου, ένιωσα λες και είδα έναν από αυτούς τους παλιούς υπαλλήλους, τους ήσυχους, που δουλεύουν συνήθως σε μεγάλες υπηρεσίες και κανείς δεν ξέρεις σχεδόν τίποτα γι’ αυτούς, που είναι αθόρυβοι και ακούραστοι και δεν παίρνουν σύνταξη παρά μόνο σαν έχουν φτάσει σε προχωρημένη ηλικία. «Τέλειωνε ρε», φώναξε ανυπόμονος ο Στάθης και σκέφτηκα ότι ίσως αυτός ο μικρός γεράκος που κρατούσα στα χέρια μου να λαχταρούσε να ζήσει μια ακόμη περιπέτεια. Άπλωσα το χέρι μου και, καθώς τον άφηνα στην παλάμη του Στάθη, του ψιθύρισα χαμηλόφωνα «καλό ταξίδι»…

Πέμπτη, 16 Αυγούστου 2012

Ελληνικό καλοκαίρι

Έχω την τύχη τα τελευταία τριάντα χρόνια της ζωής μου να περνάω τα καλοκαίρια μου στην Ελλάδα. Ναι, μην το γελάτε. Εκατομμύρια άνθρωποι στον κόσμο θεωρούν πολυτέλεια να το ζήσουν αυτό και μάλιστα δαπανούν μεγάλα ποσά για να περάσουν λίγες μέρες στο Ελλάντα. Κι όμως, εγώ και οι περισσότεροι άνθρωποι που γνωρίζω, ανάμεσά τους κι εσείς, ζούμε κάθε χρόνο από πιτσιρίκια αυτό το μεγάλο, όμορφο, αστείο και μεγαλειώδες διάλειμμα του έτους.
Κι είναι πολλά πράγματα το ελληνικό καλοκαίρι. Είναι ταξίδια, αναπάντεχα σε μικρά φιατάκια και συγκοινωνίες. Είναι μικρές, ανώνυμες παραλίες σε άσχετα μέρη, κουτάκια μπύρας και γόπες σε μυστικές βραδινές συνεστιάσεις. Είναι ο έρωτας, παντού και πάντα, "δι' ασήμαντον αφορμήν". Ένα τυχαίο ανασήκωμα μιας φούστας, ένας ιδρωμένος λαιμός. Ένα στιγμιαίο βλέμμα που θα 'θελες να κρατήσει για πάντα. 
Το καλοκαίρι είναι φραπέδες, νεύρα, καθυστερήσεις. Σχέδια και καύσωνας, πυρκαγιές, ρεπορτάζ σε παραλίες. Βραδινές εξομολογήσεις σε ανεμιστήρες και φτηνά ρούχα, φτιαγμένα να κρατήσουν ακριβώς τόσο: Ένα καλοκαίρι.
Καλοκαίρι στην Ελλάδα θα έπρεπε να σημαίνει φως, γαλήνη και γέλιο. Οι θεοί του Ολύμπου να τεμπελιάζουν σε μια παραλία κι οι μεγάλοι, διαχρονικοί Έλληνες ποιητές πιο 'κει να προσπαθούν μάταια να μάθουν να παίζουν κιθάρα. 
Καλοκαίρι σημαίνει να μένεις για πάντα παιδί και να φτιάχνεις με δυο βότσαλα μια ολόκληρη ιστορία. Να ιδρώνεις περιμένοντας το σωτήριο αεράκι και να μετράς τις αναπνοές σου. Να κυνηγάς μύγες με εφημερίδες και να λύνεις σταυρόλεξα φτιάχνοντας δικές σου λέξεις. Να διαβάζεις Ζωρζ Σαρή λες κι είσαι ακόμα δώδεκα χρονών.
Καλοκαίρι σημαίνει να ξεχνιέσαι στη βεράντα το σούρουπο και να παρατηρείς, χωρίς να το παραδέχεσαι, να ομορφαίνει μέσα στο ημίφως η πόλη που όλη μέρα έβριζες και να γίνεται μια γοητευτική γυναίκα που γδύνεται για να πέσει στο κρεβάτι. Καλοκαίρι είναι οι συναυλίες που δεν πήγες, οι αγάπες που περιμένεις και η οσμή του φθινοπώρου στα φύλλα. Οι φωτογραφίες των φίλων και τα ξεθωριασμένα μαγιό. Τα τραγικά λάθη σου, που σου θυμίζουν τι όμορφο πράγμα είναι να είσαι  και να φέρεσαι σαν νέος. 
Και, φυσικά, καλοκαίρι είναι τα σχέδια για το επόμενο καλοκαίρι


Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2012

Μια από εκείνες τις μέρες

     Την προηγούμενη βδομάδα είχα μια από εκείνες τις μέρες. Εκείνες τις μέρες όπου όλοι συμπεριφέρονται παράξενα, σκοτεινά, σχεδόν εχθρικά. Για κάποιο λόγο, όσο γρήγορα κι αν δουλεύαμε, η αίθουσα δεν άδειαζε με τίποτα, απεναντίας ο κόσμος αυξανόταν. Έπειτα ήταν τα βλέμματα. Είχαν όλοι ένα βλέμμα σχεδόν σαρκοβόρο, λες και κάτι τους είχαν ποτίσει. Λίγο το ότι είχαν να κάνουν με χρήματα, λίγο η αγανάκτηση της αναμονής και η γενικότερη αβεβαιότητα, σου έδιναν την εντύπωση ότι με την παραμικρή αφορμή θα γινόταν μακελειό εκεί μέσα. 
         Ήταν από εκείνες τις μέρες όπου όλοι βιάζονταν για κάτι. Όλες οι νοικοκυρές είχαν αφήσει το φαγητό στη φωτιά, όλοι οι γονείς δεν είχαν που να αφήσουν τα παιδιά τους και τα άφηναν να σκούζουν και να τρέχουν από δω κι από κει, οι παππούδες όλοι είχαν βαριές ασθένειες ενώ μέχρι χτες έπιναν τσίπουρα και βρίζανε στο καφενείο και φυσικά όλοι οι επιχειρηματίες έπρεπε να τελειώσουν αμέσως τη δουλειά τους ενώ τις άλλες μέρες σκάγανε κατά τις 2.25 και πήγαιναν χαλαροί λες κι εμείς θα δουλεύαμε για πάρτη τους μέχρι τις δέκα το βράδυ.
         Ήταν από εκείνες τις μέρες που σχεδόν ντρέπομαι για την κατά τ' άλλα περήφανη φυλή μας. Γιατί περήφανοι είμαστε αλλά όπου μας παίρνει. Όταν είναι όμως να εξυπηρετηθούμε γρήγορα δε σκεφτόμαστε την περηφάνια μας αλλά κοιτάμε να χωθούμε μπροστά όπως όπως σαν τα ποντίκια. Όταν βιαζόμαστε κοιτάμε να μπούμε στη ζούλα μπροστά κι ας πάνε να πνιγούνε οι άλλοι. Μπορεί να σας φαίνονται ασήμαντα όλα αυτά αλλά στην ουσία είναι ένα ψυχογράφημα ενός λαού όλο αυτό. Μια χαρά τα λέμε στη θεωρία αλλά στην ανάγκη γινόμαστε παρτάκηδες και μάλιστα σε ακραίο βαθμό. Και φυσικά όταν το κάνουμε εμείς αυτό είμαστε ωραίοι και μάγκες, όταν το κάνουν άλλοι όμως είναι τσογλάνια και κατώτερα όντα, απολίτιστα. Κι ας κάναμε εμείς πριν λίγο το ίδιο! Τι άλλο να πεις!
            Ήταν από εκείνες τις μέρες που νιώθεις λίγο πολύ σαν ένα μουνί. Όχι όμως ένα περιποιημένο, ποθητό μουνί αλλά περισσότερο σαν μια τρύπα βρώμικη, αηδιαστική αλλά βολική. Όλοι οι "γνωστοί" των στελεχών που δεν ήθελαν να μπλέξουν με την πλέμπα, έμπαιναν από τα πλάγια, γαμούσαν κι έφευγαν. Όλα στο πόδι, όλα πρόχειρα. Όλα γρήγορα και δε βαριέσαι. Αν μετά εσύ -το μουνί- κολλήσεις καμιά αρρώστια ή μείνεις έγκυος, ήτοι κάνεις κάποιο λάθος ή ακόμη κι έλλειμμα, κανείς δεν ευθύνεται. Κανείς δεν ξέρει τίποτα. Εσύ φταις που βιαζόσουν, εσύ φταις που δεν κρατούσες σειρά ή που ήθελες να εξυπηρετήσεις γρήγορα, εσύ τώρα θα πληρώσεις. Κι ας σε λέγανε πριν βολεμένο αρχίδι που βαριέσαι να πάρεις τα πόδια σου και τεμπελιάζεις. Τότε τουλάχιστον ήσουν αρχίδι. Τώρα είσαι ένα μουνί.
            Ήταν από εκείνες τις μέρες που σκέφτεσαι τα νεανικά σου όνειρα, την εικόνα που είχες βάλει στόχο στα δεκαεννιά σου και τώρα όχι απλά δεν της μοιάζεις αλλά έχεις γίνει μια καρικατούρα του χειρότερου εαυτού σου. Θυμάσαι που έμπαινες στα δεκαεννιά σου σε υπηρεσίες και τράπεζες, ανέμελος κι ωραίος και γελούσες με τα ανθρωπάκια του γκισέ. Και τώρα κάτι κουλ τυπάκια που κάθονται στο βάθος γελάνε μαζί σου. Γελάνε που ιδρώνεις και σκας, γελάνε που σου τη λένε οι μπαρμπάδες κι εσύ δεν απαντάς, κοίτα τον ρε τον ξεφτίλα, κάθεται και του τη λέει ο κωλόγερος κι αυτός δεν κάνει τίποτα. Γιατί αν ξεσπάσει όλο αυτό που κρύβεις μέσα σου μπορεί και να βρεις χοντρό μπελά, ως υπαλληλάκος που είσαι. Κι όλο και μικραίνει εκείνο το ξίφος της ψυχής σου, μικραίνει κι από εκεί που προοριζόταν να σφάζει εχθρούς και να μάχεται για όνειρα κι αξίες, μέχρι το σχόλασμα έχει γίνει ένα πλαστικό μαχαιράκι της πλάκας που το πολύ πολύ να κόψει καμιά σαλάτα μαζί με το μεσημεριανό. 
             Σαν εκείνη τη μέρα θα έρθουν κι άλλες. Και θα είναι όλες ίδιες, σκοτεινές κι αχνές. Κι εσύ, αντί να πιάσεις τη ροή του σύμπαντος, θα στροβιλίζεσαι μέσα στις δίνες του και θα κρατιέσαι από το γκισεδάκι σου μην πέσεις πουθενά και σε ψάχνουμε. Και πάλι θα γελάνε τα πιτσιρίκια στο βάθος.

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2012

Παππού, παππού




Αγαπητέ μου παππούλη,
Τόσα χρόνια στο ταμείο έχει δημιουργηθεί, δίχως αμφιβολία, μια ιδιαίτερη σχέση μεταξύ μας. Σε ξέρω, με ξέρεις, λέμε και μια καλημέρα, βρε αδερφέ. Κι όμως, η σχέση μας αυτή πέρασε από χίλια μύρια στάδια.
Στην αρχή σε πρόσεξα πολύ. Σεβάστηκα τα χρόνια σου και το όνομά σου. Σε φώναζα και με το μικρό, θυμάσαι; Για να νιώθεις πιο άνετα. Ε, εκεί κάπου μου τα γάμησες. Άρχισες τις απαιτήσεις. «Είμαι πελάτης» και «είμαι πελάτης». Οι άλλοι, ρε, τι είναι; Περαστικοί; Και κόπηκαν και τα «μικρά» και όλα. Ας πρόσεχες.
Μετά κάπου με συγκίνησες. Τι να λέμε τώρα, άλλες δεκαετίες οι δικές σας. Μάθατε να αγαπάτε, να σέβεστε το συνάνθρωπο. Και έβγαζε μια γλύκα η ηλικία σας, τη γλύκα του ανθρώπου που πλέον δεν έχει τίποτα να κρατήσει, να προφυλάξει και να φοβηθεί και έχει το χέρι απλωμένο μόνο για να δώσει. Μου έδινες από την πενιχρή σου σύνταξη τα ένα-δύο ευρώ και μάλιστα επέμενες να τα πάρω. Στην αρχή ντρεπόμουν, μετά ντρεπόμουν αλλά μ’ άρεσε κιόλας.
Πάντα έκανα γούστο να χαζεύω την ταυτότητά σου. Είχες από εκείνες τις παλιές, του εξήντα και δεν την άλλαζες με τίποτα. Καμάρωνες που ήσουν παλικαράκι στη φωτογραφία, πού να γυρίσουν πίσω τα χρόνια να δείχνεις πάλι έτσι ε; Τώρα αν βγάλεις θα έχεις τα χάλια σου, ούτε εσύ δε θα αναγνωρίζεις τον εαυτό σου. Σε καταλαβαίνω. Κι η γιαγιά όμως ε; Κούκλα σκέτη, με το ωραίο της το φορεματάκι, το φουσκωμένο το μαλλί και τη στέκα. Αχ, ξέρω πως πονάς και νομίζεις ότι έτσι ξεγελάς το θάνατο αλλά δεν είναι έτσι, παππούλη. Ο θάνατος, βλέπεις έχει αποκτήσει και μια εμπειρία με τα χρόνια. Τον εαυτό σου ξεγελάς κι ας μην το έχεις πάρει χαμπάρι. Και το ξέρεις ότι δε στο λέω για να μη σε πικράνω. Σου πήγαινε το μουστάκι, πάντως.
Μετά ξανάρχισες να μου γαμάς την ψυχολογία. Εκεί που είχαμε βρει μια μέθοδο επικοινωνίας, άρχισες να μου το παίζεις μάγκας και παραλής. Ξέρεις, έχουν κι άλλοι λεφτά και μάλιστα πολύ περισσότερα από σένα, δεν έχουν όμως ούτε τη γκρίνια σου ούτε το υφάκι σου. Καλά τα γκαφρά αλλά όταν μας «την κάνεις» για άλλα μέρη, δε θα λέμε «θυμάσαι εκείνο τον πάμπλουτο ηλικιωμένο κύριο;» αλλά «θυμάσαι ρε το γερομπισμπίκη που έσκουζε όλη την ώρα;». Διαλέγεις και παίρνεις. Δική σου η υστεροφημία.
         Άλλες φορές, πάλι, σου ζητούσα ταυτότητα και γκρίνιαζες, μου έλεγες «Εγώ είμαι πελάτης σαράντα χρόνια!». Πρώτον, παππούλη, εγώ έχω στον πλανήτη όλα κι όλα τριάντα χρόνια οπότε χλωμό να σε θυμάμαι εδώ μέσα αλλά και δεύτερον, πάλι λάθος υπόγραψες! Μα καλά, σαράντα χρόνια κι ακόμα να μάθεις που βάζεις τη ρημάδα την υπογραφή σου; Και μη μου ισχυρίζεσαι ότι σε ξέρω γιατί έρχεσαι εδώ κάθε μήνα! Και το μπουλούκι πίσω σου κάθε μήνα έρχεται μαζί με σένα, τους θυμάσαι; Ε, εγώ πού να σας θυμάμαι  όλους;
         Και μπορεί όποτε σε βόλευε να το έπαιζες μεγάλος και τρανός, όποτε όμως δε σε έπαιρνε, φόραγες μια φάτσα σαν κουτάβι και μου κλαιγόσουνα. Είπαμε, συναισθηματική εκμετάλλευση ρε, αλλά εσύ το τελίκιασες! Κι όταν μου τσαμπουνάς ότι θα μπορούσες να είσαι πατέρας μου, σκέψου πρώτα αν θα ήθελες να φέρονται στο παιδί σου όπως εσύ σε εμένα. Και πατσίζουμε μάνι μάνι.
Τώρα όμως είναι δύσκολα τα χρόνια, παππού. Ξέρω, μπροστά σε αυτά που έχεις ζήσει εσύ, δεν είναι τίποτα. Όμως από εσένα περίμενα να δω θάρρος, ψυχή, λεβεντιά, να μου πεις να μη μασάμε ρε, να μη σκαλώνουμε πουθενά, να μου πεις ότι πέρασες και χειρότερα! Εσύ όμως, έκανες το ακριβώς αντίθετο. Έτρεξες να σώσεις τα λίγα ευρουλάκια σου, την καβάντζα σου, τον κώλο σου. Δε σκέφτηκες τα εγγόνια σου, το μέλλον τους, την πατρίδα σου. Γιατί εσύ ρε μου έμαθες τι θα πει πατρίδα κι εσύ μου την πάτησες κάτω όταν σου κάνανε το μάγκα οι κατακτητές. Κι αυτό, παππού, δε θα στο συγχωρήσω ποτέ.
         Καμιά φορά φαντάζομαι τον εαυτό μου στην ηλικία σου. Μπορεί και να μην τη φτάσω, βέβαια, με τη ζωή που κάνω. Αλλά πιο πολύ φοβάμαι το φόβο, φοβάμαι μη χάσω την ελπίδα και τη φλόγα μου. Φοβάμαι μήπως δε γίνω ο ξεκούτης, ατακαδόρος πορνόγερος που ονειρεύομαι να γίνω. Δε φοβάμαι το θάνατο αλλά φοβάμαι μήπως φύγω τελευταίος και θάψω όλους όσους αγαπώ.
Τέλος πάντων, παππού, σε κούρασα κι έχεις και δουλειές. Καφενείο, ΙΚΑ, έχει και το τούρκικο το απόγευμα, άντε πήγαινε, μη σε κουράζω. Και να μου φιλήσεις τη γιαγιά. Πες της τα ίδια ισχύουν και γι’ αυτή, μη νομίζει ότι μου ξέφυγε!
Σε φιλώ (ή μάλλον, σε ασπάζομαι),
Ο ταμίας σου.


(κι εδώ ο ταμίας σου σε σαράντα χρόνια)

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

Έλα ρε



Δεν ξέρω πώς γίνεται και κάθε φορά που σκέφτομαι το παρελθόν μου φαντάζει πιο όμορφο από αυτό που ζω τώρα. Λες και βλέπω ταινία, προσπαθώ να κρατήσω τις σημαντικές σκηνές, αυτές που λένε κάτι για την ιστορία και να μη μιλήσω για άλλα, άσχετα πράγματα. Έτσι και τώρα, σκαλώνω και σκέφτομαι με τις ώρες, θυμάμαι και τα θυμάμαι όλα λάθος, κατά πως με βολεύει.

Καιρό τώρα δεν ένιωθα καλά. Ίσως γι’ αυτό και δε σε έπαιρνα τηλέφωνο να σου μιλήσω. Ξέρω, μου έχεις θυμώσει. Κι εγώ μου έχω θυμώσει δηλαδή. Αν με δεις, δε θα με γνωρίζεις. Δεν είμαι ο ίδιος, σου λέω. Έχω πάρει κιλά, δε βγαίνω καθόλου ή αν βγω, παίρνω τους δρόμους μοναχός και περπατάω με τις ώρες. Γράφω κιόλας, σου είπα; Όχι, δεν είναι καλό, για να κάτσω εγώ να γράψω, κάτι μέσα μου δεν πάει καθόλου καλά.

Κάθε μέρα ζω σαν σε αίθουσα αναμονής. Σαν να περιμένω να γίνει κάτι. Και δεν κάνω τίποτα, μόνο περιμένω. Περιμένω να σηκωθεί η σκούπα να σκουπίσει μόνη της, να βγει το ποδήλατο από τη βεράντα να με πάρει να πάμε βόλτα, να με πάρει τηλέφωνο η γυναίκα της ζωής μου να με ζητήσει σε γάμο. Ε, σου το ‘πα, δεν είμαι καλά, μη γελάς!

Θυμάμαι εκείνα τα χρόνια στο νησί. Ήταν δύσκολα πολλές φορές αλλά πώς έγινε και, με το που έφυγα, ομόρφυναν ξαφνικά μέσα μου. Δεν είχαμε χρόνο τότε. Δεν είχαμε κι όμως όλα τα προλαβαίναμε. Γιατί έτσι είναι, όταν δεν έχεις χρόνο, τα προλαβαίνεις όλα. Ενώ όταν έχεις, δεν κάνεις τίποτα. Να, καλή ώρα.

Τέτοια ώρα, θα σχολούσαμε και θα παίρναμε το δρόμο για το σπίτι. Στην αγορά θα επικρατούσε ησυχία. Μόνο περιστέρια, γιαγιάδες και κανένα αυτοκίνητο να σπάει τη σιωπή. Τα καφέ θα ήταν άδεια, οι γκαρσόνες θα σκούπιζαν τα τραπέζια και θα κοιτούσαν τον ουρανό, με το χέρι στα μάτια για τον ήλιο, να δούνε αν θα βρέξει. Πόσες και πόσες φορές δε μας παρέσυρε εκείνη η γλυκιά ησυχία σε μια ατέλειωτη βόλτα, ανάμεσα στα πεσμένα φύλλα των δέντρων, στα μικρά σοκάκια, ανάμεσα σε σκουπίδια, γάτες και κλειστά μαγαζιά. Ήμασταν οι κατάσκοποι των αστεριών. Οι ονειροπόλοι εγκληματίες της πόλης. Ίσως οι πιο ανέραστοι εραστές που υπήρξαν ποτέ. Κι οι πιο στυλάτοι ζητιάνοι. Κάτι μέσα μας το ‘λεγε, ήμασταν του κινδύνου και της απόλαυσης αλλά στο πιο αστείο, σαν γέροι που το σκάνε από το γηροκομείο και χάνονται, έτσι, για μια τελευταία «περιπέτεια».

Αν βαρέθηκες, μου λες. Ξέρω όταν με πιάνει, μιλάω με τις ώρες. Εσύ τι νέα; Ή μάλλον άσε, δε θέλω να μου πεις. Θα βγαίνεις, θα πας τις γνωστές σου βόλτες στις εγκαταλελειμμένες παραλίες, θα τριγυρνάς όπως κάναμε και μαζί. Μου ‘λειψες ρε. Το ξέρεις κι άσ’ τις μαλακίες. Γι’ αυτό δε σ’ έπαιρνα τόσο καιρό. Τι να σου πω και τι να μου πεις. Άλλωστε αυτό είχαμε εμείς ρε. Ξέραμε χωρίς να λέμε. Ε, άσ’ το έτσι, καλά δεν είναι;

Είπαμε, αν βαρέθηκες, σταματάω. Καμιά φορά με παίρνει ο νους μου απ’ το χέρι και με φέρνει κρυφά νύχτα στα παλιά λημέρια. Δε σας παίρνω τηλέφωνο ούτε περνώ από τα σπίτια σας. Ή μάλλον περνώ αλλά δεν το ξέρετε. Μπαίνω κρυφά από το παράθυρο που έχεις αφήσει ανοιχτό να φύγει η τσιγαρίλα και τριγυρνώ μέσα στο διαμέρισμα. Από πότε έχεις να βάλεις σκούπα ρε; Απ’ όταν ήρθα τελευταία φορά ίδιο είναι το σπίτι, σα να μη μένεις εκεί. Και του Σταμάτη, ίδια χάλια. Σε λίγο θα φύγει αυτός και θα μένουν μέσα μόνο οι εφημερίδες, μα καλά, συλλογή τις κάνει; Μόνο της Φαίδρας το σπίτι είναι μια χαρά. Τ’ αγαπάει, ίδρωσε κιόλας για να το αγοράσει. Όλα όμορφα είναι αλλά πιο πολύ μου αρέσει έτσι πως μπαίνει το φως το απόγευμα και τα κάνει όλα πορτοκαλί. Αν μιλάτε, δωσ’ της φιλιά, εγώ αν την πάρω θα με βρίσει.

Μην κοιμάσαι ρε όταν σου μιλάω. Το ξέρω ότι είσαι κουρασμένος κι εγώ είμαι. Αλλά έπρεπε να στα πω. Να σου πω, αν περνάτε καλά εκεί, μη μου το πεις. Ξέρω, τα ίδια και τα ίδια. Αλλά και τα ίδια ωραία είναι ρε φίλε, τα αγαπάς τα ίδια, τα ξέρεις. Κι όλο τα βρίζεις αλλά όταν αλλάξουν λες, «θυμάσαι τότε;» και τα σχετικά. Μη χάνεσαι ρε μαλάκα. Ναι κι εγώ μαλάκας είμαι, το ξέρω. Αλλά μη χάνεσαι. Θα σου ‘ρθω κάποια στιγμή. Να περπατήσουμε και πάλι όπως και τότε. Σαν αντάρτες της σιωπής. Όλες οι επαναστάσεις στη σιωπή γίνονται, να το ξέρεις. Θα στήσουμε ενέδρα. Εμένα με πιάσανε. Τον εαυτό σου κοίτα πώς θα γλιτώσεις. 
Σε φιλώ... 
...Μαλάκας είσαι και φαίνεσαι. 




Κυριακή, 17 Ιουνίου 2012

Μάνα μου Ελλάς

          Κατενθουσιασμένος σήμερα έμαθα τα αποτελέσματα των εκλογών, όχι σε κάποιο εκλογικό κέντρο ή σε μια κατάμεστη πλατεία αλλά στην πανέμορφη Βοβούσα Ιωαννίνων όπου μάλιστα σκέφτομαι να μετακομίσω σύντομα, όταν σφίξουν κι άλλο τα πράγματα.
      Μέσα σε εκείνο το ειδυλλιακό λοιπόν περιβάλλον ενημερώθηκα ότι οι Έλληνες συμπεριφέρθηκαν και πάλι σαν γκόμενες τρίτης κατηγορίας. Σαν εκείνες δηλαδή που έχουν βρει κάποιον να τις πηδάει και τον αποκαλούν "σχέση" ενώ δυσανασχετούν όταν εκείνος τις κακομεταχειρίζεται ή τις φτύνει αλλά όταν ξαναπάρει τηλέφωνο, τρέχουν πάλι να στηθούν στα τέσσερα τρισευτυχισμένες γιατί "τα 'λεγε, καλέ, η Άση". Με λίγα λόγια, το ότι υπέφερε η Ελλάδα τόσο πολύ τα τελευταία χρόνια, δεν υπήρξε μάθημα για πάνω από τους μισούς ψηφοφόρους συν το 40% των Ελλήνων που δεν ψήφισε καν. Αν το καλοσκεφτείς, είναι να σε πιάνει τρέλα. 
      -Γιατί ρε Γιούρι -θα πείτε- τόση ειρωνεία; Τι παράπονο έχεις; 
      -Να σας θυμίσω, αγαπητοί, ότι το δικό μου επάγγελμα είναι φύσει φιλομνημονιακό. Παίρνω όσα λεφτά έπαιρνα και πριν την "κρίση" και, απεναντίας, η δουλειά μου μειώθηκε τόσο που πλέον μπορώ και γράφω και μικρά διηγηματάκια στο χώρο εργασίας μου. Παλιά ούτε για κατούρημα δεν προλάβαινα να πάω.
      -Τότε ρε στόκε γιατί ψήφισες ΣΥΡΙΖΑ κι όχι Βενιζέλο; 
    -Να εξηγηθώ. Δεν είμαι συριζαίος ούτε ποτέ υπήρξα. Ανήκω βέβαια στο χώρο της ευρύτερης αριστεράς αλλά κυρίως ήθελα να σπρώξω φιλικά αυτόν τον κύριο στην πίστα μιας και διατείνεται ότι χορεύει τόσο ωραία. Εδώ που τα λέμε κι ο Κάτμαν να μου έλεγε ότι θα καταγγείλει το μνημόνιο, θα τον ψήφιζα. Είμαι κι εγώ λίγο χαζογκόμενα.
         Τι έλεγα όμως; Α, ναι. Ότι στη δουλειά μου τα περνάω φίνα. Έχω όμως κι εγώ ένα πρόβλημα. Από τις 8 που ξεκινάμε μέχρι τις 2.30 (2.00 τις Παρασκευές, να μην ξεχνιόμαστε) ακούω την απίστευτη γκρίνια. Είναι το πόστο τέτοιο, βλέπετε που θα ακούσεις το μακρύ και το κοντό του καθενός ανάλογα με τη συναλλαγή που θα κάνει. Αν πάρει σύνταξη ή μισθό, θα διαμαρτυρηθεί που του τα κόψανε. Αν πληρώσει δάνειο, θα κλαφτεί γιατί δεν του μειώνουν τη δόση. Αν πληρώσει φόρο ότι πληρώνει πολλά και ούτω καθεξής. 
        Το θέμα είναι ότι δεν αντέχω άλλο την τόση γκρίνια. Γι' αυτό είπα να ψηφίσω κάτι πιο "ριζοσπαστικό" (;). Γιατί πίστευα ότι όλος αυτός ο κόσμος έβραζε και ήθελα να ανοίξω τη βαλβίδα να ξεχυθεί να αλλάξει το τοπίο, να γίνει κατά πως ονειρεύονται το αύριο αυτοί οι άνθρωποι. Γιατί, έλεγα από μέσα μου, αφού είναι όλοι τόσο αγανακτισμένοι, θα στείλουν στο διάολο αυτούς που έφεραν τη χώρα εκεί που είναι.
         Υπάρχουν, όμως, δυο ειδών άνθρωποι: Αυτοί που σου λένε ας σωθώ εγώ κι ας πάνε να πνιγούνε όλοι οι άλλοι και αυτοί που λένε ρε παιδιά, να βάλουμε χέρι όλοι μαζί μπας και σωθεί η κατάσταση. Αυτό που με πίκρανε πιο πολύ είναι ότι νίκησε η πρώτη κατηγορία, αυτοί που τόσα χρόνια ψήφιζαν ΝΔ/ΠΑΣΟΚ για να διαφυλάξουν τα συμφέροντά τους. Αυτοί, ακόμα και τώρα, προσπαθούν να σώσουν το κωλαράκι τους ενώ βλέπουν την Ελλάδα να καίγεται. Και μην ακούω για Πασόκους που προσχώρησαν στο ΣΥΡΙΖΑ γιατί είπε ο ρινόκερος τον πετεινό κεφάλα κι ο γάιδαρος παρεξηγήθηκε. 
         Εγώ λοιπόν, που λέτε, "κλείδωσα" την ψήφο μου όταν έγιναν δύο πράγματα: Πρώτον, όταν είπε η Γερμανία "μην ψηφίζετε ΣΥΡΙΖΑ" και δεύτερον όταν είπε ο Τσίπρας ότι "ο δρόμος δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα". Που σημαίνει, κύριε, ότι δε μπορείς να βελτιώσεις την κατάσταση χωρίς να βρέξεις τον κώλο σου. Χωρίς να θυσιάσεις κι εσύ κάτι. Αν θυμάμαι καλά, ο Μακρυγιάννης κι ο Κολοκοτρώνης ποζάρανε στα πορτρέτα τους όρθιοι και με το σπαθί στο χέρι. Όχι καθιστοί στον καναπέ και με το τηλεκοντρόλ σφιχτά στην παλάμη. 
       Γιατί, φιλαράκι, υπάρχουν δύο είδη πείνας: Ή θα πεινάσεις όρθιος ή θα πεινάσεις προσκυνημένος. Όταν πεινάς όρθιος, σε λιγώνει η έλλειψη τροφής. Όταν πεινάς προσκυνημένος, σε λιγώνει η έλλειψη δικαιοσύνης κι αξιοπρέπειας. Γιατί χωρίς λεφτά τη βγάζουμε. Να σας πει ένας παλιός πώς τη βγάζανε οι οικογένειες στα χωριά το '60 να πάθετε την πλάκα σας. Χωρίς αξιοπρέπεια όμως, όχι. Γιατί κανένας φτωχός τότε δεν αυτοκτονούσε κι ας ζούσε τρώγοντας τσουκνίδα και λίγδα από γουρούνι.
       Καθόμουν εκεί, που λέτε, στην πλατεία της Βοβούσας και ξαφνικά μου φάνηκε ότι είμαι στο πιο πλούσιο μέρος του κόσμου. Είχε γάργαρο, κρύο νερό, μοσχοβολούσε όλη η πλάση κι οι άνθρωποι ήταν χαμογελαστοί, ασχέτως οικονομικής κατάστασης. Όταν γίνει όλη η Ελλάδα σαν τη Βοβούσα, ίσως υπάρξει κάποια ελπίδα. 



ΥΓ: Μην αρχίζετε, παρακαλώ, να σχολιάζετε αρνητικά σχετικά με την ψήφο μου. Ξέρω μια χαρά να κάνω αυτοκριτική και φυσικά δε διεκδικώ κανένα αλάθητο. Αν έρθει όμως έστω κι ένας αύριο και μου κλαφτεί, θα του δώσω το βιβλιάριο να το φάει. 

Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2012

Απολογία

       Είναι κάτι στιγμές που βλέπω το μπλογκ μου και ντρέπομαι. Που έχω να γράψω κοντά ένα μήνα και δε μου κατεβαίνει καμιά καλή ιδέα πέρα από γλυκανάλατα κειμενάκια, αστεϊσμοί γύρω από τη δουλειά μου και διάφορα άλλα άκυρα. 
     Είμαι μόνο εγώ ή και άλλοι έχουν χάσει το χιούμορ τους; Γιατί έτσι νιώθω. Λες και, λόγω της κατάστασης που ζούμε, έχει στερέψει η όρεξη για όμορφα πράγματα κι όμορφες στιγμές. Τι έγινε ρε; Έτσι θα τη βγάλουμε από δω και πέρα; Θα μιζεριάζουμε και θα παρακαλάμε να μας λυπηθούν τα ευρωλαμόγια και οι υποτακτικοί τους; Θα ανησυχούμε αν αύριο δε θα έχουμε να φάμε και αν θα μας πάρουν τα σπίτια και τις καταθέσεις οι τράπεζες; Έτσι θα πάει δηλαδή από 'δω και πέρα; 
     Γιατί αν είναι να πάει έτσι, να το αποφασίσουμε όλοι ομαδικά και να ανεβούμε στις ταράτσες να πέφτουμε ένας ένας στο πεζοδρόμιο. Οι άλλοι δηλαδή που το κάνανε τι ήταν, καταθλιπτικοί και ανισόρροποι που τους πλάκωσε η ματαιότης του lifestyle και είπαν να αφήσουν το μάταιο τούτο κόσμο; Μια χαρά άνθρωποι ήταν, αξιοπρεπέστατοι κύριοι και σοβαροί οικογενειάρχες. Γι' αυτό κι έκαναν την επιλογή τους. Γιατί η ελευθερία θέλει αρχίδια κύριος, δεν είναι αυτονόητη. Ρώτησαν οι παππούδες μας το Μουσολίνι και το Χίτλερ τι ώρα να κάνουν αντίσταση μήπως δεν τους βόλευε; Έκλεισαν οι προ προ προπαππούδες μας ραντεβού με τους Τούρκους στις 25 Μαρτίου για να μην πέφτει πάνω στο Ραμαζάνι και δεν προκάμουνε; 
     Αυτό ζούμε και τώρα. Και θέλει να σηκωθούμε και να τους φτύσουμε στα μούτρα, όχι μόνο για μας αλλά για όλο τον κόσμο που η μοίρα του είναι να τραβήξει τα δεινά μας. Γιατί αυτό είναι και το αιώνιο χρέος της Ελλάδας, όχι μόνο τα μάρμαρα και τα τσιτάτα του Σωκράτη. Θες κύριε να ανασάνεις και να ζήσεις αξιοπρεπώς; Πρέπει να κάνεις και θυσίες. Οι Ισλανδοί, νομίζεις, λίγα περάσανε; Σε τρία χρόνια όμως γίνανε κράτος, αρνήθηκαν να πληρώσουν το ούτως ή άλλος παράνομο χρέος, κάνανε δικό τους νόμισμα και τώρα ακούνε ΔΝΤ και τους πιάνει νευρικό γέλιο. Θα πεινάσεις, δε λέω. Αλλά πρέπει να διαλέξεις. Ή να πεινάσεις ή να σέρνεσαι χάμω μια ζωή. Και το χειρότερο είναι ότι θα σέρνεσαι από κάτω από αυτούς που γέννησες και ανάθρεψες, ραγιά μου. Γιατί ακόμα και το όνομα "Ευρώπη" ελληνικό είναι. 
      Από που θα μας διώξετε ρε; Ονομάστε αλλιώς αυτό το έκτρωμα που δημιουργήσατε, 4ο Ράιχ ας πούμε, αφού αυτό είναι. Αλλιώς να μας πληρώνετε πνευματικά δικαιώματα για τη χρήση του ονόματος. Και για το αλφάβητο. Αλλιώς να τα αλλάξετε όλα, να μιλάτε όλοι Εβραϊκά και να κάνετε αυτό που ξέρετε καλύτερα: Πολέμους, τοκογλυφία και βασανιστήρια. Δε θα έχετε ως άλλοθι καμιά "δημοκρατία", κανένα πολιτιστικό παρελθόν, καμιά ηθική και πνευματική νομιμοποίηση. Μόνο αίμα, μαστίγιο και πλούτο, γιατί εγώ αυτό μόνο βλέπω στα μάτια σας, στις ψυχές σας. Στα μάτια των συνανθρώπων μου όμως βλέπω μια δίψα, μια δύναμη, ένα θράσος. Και, μ' ένα μαγικό τρόπο, με κάνουνε περήφανο τα καθίκια. 

Κυριακή, 6 Μαΐου 2012

Εθνική Αμνησία - Ένα Γράμμα στη Γιαγιά

       Χτες πέρασα πάλι έξω από το σπίτι σου, γιαγιά. Περνάω συχνά αλλά πολλές φορές δεν το σκέφτομαι, κάνω τον αδιάφορο, σαν να μη συμβαίνει τίποτα. 
       Όλη μου η παιδική ηλικία είναι ζωγραφισμένη με μαρκαδόρο στους τοίχους εκείνης της πολυκατοικίας. Η μεγάλη βεράντα, τα παλιά έπιπλα, η μικρή κουζινούλα. Τρία χρόνια κλείνουν σε ένα μήνα από τότε που μας άφησες αλλά εγώ δε σ' άφησα στιγμή, το ξέρεις. Όταν μαθαίνεις να αγαπάς, μαθαίνεις και να μην ξεχνάς ποτέ, μαθαίνεις να χρωστάς. 
      Θυμάμαι κι εκείνο το τρέμουλο στο λαιμό σου, το κεφάλι σου να πηγαίνει ελαφρώς πέρα δώθε όταν μιλούσες, όταν μαγείρευες ακόμα κι όταν στεκόσουν ακίνητη. Στη αρχή νόμιζα ότι ήταν της ηλικίας κι ότι όλες οι γιαγιάδες το είχαν αλλά με τον καιρό διαπίστωνα ότι το είχες πιο πολύ εσύ. Όταν εκνευριζόσουν γινόταν πιο έντονο αλλά το βλέμμα σου γινόταν όλο και πιο σταθερό, πιο αετίσιο, πολλές φορές δε μ' άφηνε να κοιμηθώ.
      Μέχρι που μεγάλωσα κάποια στιγμή κι έμαθα. Δεν ήταν μια απλή γεροντική αδυναμία αλλά ένα παλιό τραύμα που κουβαλούσε μέσα του πόνο, αγάπη, αξιοπρέπεια και την ανδρεία ενός ολόκληρου στρατού. Γιατί ακόμα κι ένα κοριτσάκι δεκαέξι χρονών, αθώο, σχεδόν άγιο, μπορεί αν το θελήσει, να τα βάλει και με τους πιο δυνατούς άνδρες και να τους νικήσει. Γιατί το σώμα φθείρεται, καταστρέφεται, η ψυχή όμως δεν αλλάζει εύκολα. Αν έχεις στόφα, αν έχεις καθαρό πνεύμα, δε στο παίρνει κανείς, δε σε νικάει κανείς. 
      Κι εσύ αυτό το είχες πάρει από τον αδερφό σου. Δεν ξέρω αν τον ρώτησες ποτέ γιατί πήρε το όπλο και πήγε στα βουνά, αν ήξερε τι θα έβρισκε εκεί ή ποια θα ήταν η τύχη του. Όταν η καρδιά σου καίει, ούτε ακούς κανέναν ούτε φοβάσαι τίποτε. 
      Κι ο Κώτσος ξέρω ότι δεν ήθελε να πέσει η πατρίδα του στα χέρια αυτών που, δυο φορές χειρότεροι από τους ναζί, έφτυσαν το χώμα των προγόνων τους και ξεπουλήθηκαν, ποτίζοντάς το με αίμα ίδιο με το δικό τους. Και τώρα σήκωναν την ελληνική σημαία που είχαν τσαλαπατήσει και τίναζαν από πάνω της τα χώματα, για να την υψώσουν εναντίον όσων πολέμησαν για εκείνη, κυνηγώντας τα κεφάλια τους, το βιος τους, τις ζωές τους. 
        Δεν ήταν κομμουνιστής εκείνο το λιοντάρι, το ξέρω. Δε διάβασε ποτέ του Μαρξ, μπορεί να μην ήξερε και να διαβάζει. Ένας βοσκός ήτανε και ήξερε για θεό του μόνο τις πλαγιές που πήγαινε το κοπάδι του, όπως όλοι οι βοσκοί του τόπου του, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Πήγε εκεί που τον πήγε η καρδιά του και το ντουφέκι του. Όπως και οι φαντάροι που βρίσκονταν απέναντί του, αθώα έρμαια ξένων συμφερόντων κι εκείνοι. Πολέμησε για τη δική του Ελλάδα, πολέμησε τους δικούς του τυράννους, για να 'ναι οι πλαγιές και πάλι δικές του. Κι εκείνοι οι τύραννοι έμειναν και βασίλεψαν, έκαναν περιουσίες κι εκείνος πέθανε τελικά σε ξένη πατρίδα, ως ανεπιθύμητος, ως κυνηγημένος. 
      Κι εκεί κάπου ήσουν κι εσύ. Ούτε εσύ είχες ιδέα τι θα πει Αριστερά, Δεξιά, ΠΑΟ, ΕΑΜ. Ήξερες όμως ν' αγαπάς. Καμιά φορά ανατριχιάζω, τρέμω κι εγώ όταν σκέφτομαι τι θα πέρασε το παιδικό σου κορμάκι στα χέρια εκείνων των ανθρωποειδών. Μίσησα μέσα μου το χέρι που σε χτύπησε, χέρι ελληνικό, τις βρισιές που θα σου ξεστόμισε, στα ελληνικά, για να του μαρτυρήσεις πού κρύβεται ο αδερφός σου, το αίμα σου. Κι εσύ ούτε που σκέφτηκες να τους το πεις, δεν υπήρχε μέσα σου αυτή η επιλογή. Δεν τους έδωσες τη χαρά κι ας σου άφησαν με τα χτυπήματά τους έναν κατεστραμμένο σβέρκο, ένα τσακισμένο κορμί. Σου χάρισαν κι ας μην το ήξεραν, ένα αετίσιο βλέμμα, μια καθαρή ψυχή. 
       Γιατί στα γράφω όλα αυτά, λες; Βρήκα, γιαγιά, τους απογόνους αυτών που σε βασάνιζαν. Κάτι ανθρωπόμορφα όντα, γοητευμένα από τη χιτλερική παράνοια, χαιρετούν όπως οι ναζί, υψώνουν σβάστικες ανάμεσα σε ελληνικές σημαίες και το χειρότερο, θεωρούν ότι είναι πιο Έλληνες κι από τους Έλληνες. Δεν ξέρω τι ήταν οι παππούδες τους, γιαγιά, δεν ξέρω τι τους μάθαιναν κι αν τους αγάπησαν ποτέ. Ξέρω ότι κουβαλάνε μαχαίρια και μιλάνε περίεργα, ξέρω ότι δεν τους πειράζει κανείς. Ό,τι δε γουστάρουν, το βαφτίζουν εχθρό του έθνους. Σηκώνουν χέρι και χτυπούν τους συνανθρώπους τους, άλλο να διαφωνείς, να μισείς κάποιον κι άλλο να τον χτυπάς. Το χειρότερο, ξέρω ότι όλο και περισσότεροι Έλληνες τους στηρίζουν, τους νιώθουν σαν όπλο δικό τους, εγώ όμως νιώθω ότι αυτό το όπλο θα στραφεί κάποια στιγμή εναντίον τους. Δε με νοιάζει που είναι αμόρφωτοι. Κι εσείς αμόρφωτοι ήσασταν αλλά γίνατε ήρωες. Και το λέω με περηφάνια ότι είστε πρόγονοί μου. 
       Ας είμαστε ειλικρινείς, γιαγιά. Δεν πήρα τίποτα από σένα, ούτε από τον αδερφό σου. Δεν πήρα το βλέμμα σας, δεν πήρα την καρδιά σας. Μόνο ένα μικρό κομματάκι μέσα μου φέγγει δικό σας και με κάνει, όποτε κοιτάζω τα βουνά, να μην ξέρω αν πρέπει να νιώσω πιο ελεύθερος ή πιο φυλακισμένος. Ξέρω μονάχα ότι όποτε περνούσα την πόρτα του σπιτιού σου, ένιωθα ότι δεν ήθελα τίποτε άλλο, ένιωθα πλήρης μέσα σ' εκείνη τη φτωχική φωλιά. Κι αυτό γιατί με αγάπησες αλλά και μ' έμαθες να αγαπάω. Και για την αγάπη αυτή που μου έδωσες, για τις πληγές στο σώμα σου, ξέρω ότι θα πολεμήσω ό,τι με πολεμά, μέχρι να γίνει το θολωμένο, νωθρό βλέμμα μου καθαρό σαν το δικό σου.


Αναμνηστική φωτό Ταγματασφαλιτών με τους Ναζί από την εκδρομή τους στο Δίστομο.



Ο Έλληνας τσολιάς, αντιπροσωπευτικό δείγμα της Άριας φυλής, στο πλευρό των Ναζί. Ο Γερμανός αξιωματικός τσεκάρει να δει ποιος την έχει πιο μεγάλη. Την καραμπίνα.





Τυπική συνάθροιση Ναζί στο Reichstag. Ο παρεξηγημένος χαιρετισμός των Ναζί είναι βαθύτατα ελληνικός, επηρεασμένος από τον χαιρετισμό των Ταξί, Ελλήνων αυτοκινητιστών, συνοδευόμενος από το μνημειώδες "Που πα' ρε γύφτο!".




Έλληνες συνεχιστές του μισοτελειωμένου ναζιστικού οράματος. Το 4ο Ράιχ ή Μνημόνιο και τα παλικάρια του.

Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2012

European Citizen - Forever Alone









           Πριν λίγες μέρες αναρτήθηκε στο 9gag το παραπάνω ποστ. Οι πρώτες αντιδράσεις των Ευρωπαίων ήταν οι αναμενόμενες. Έκανα ένα σχόλιο θέλοντας να εξηγήσω λίγο την ελληνική πλευρά αλλά και να στρέψω το μίσος σε μια άλλη κατεύθυνση που ίσως κάποιοι φίλοι μας από το εξωτερικό δεν είχαν υπόψιν τους. 
            Ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να τσεκάρει κάποιος τις αντιδράσεις των Ευρωπαίων πολιτών μαζεμένες σε μια σελίδα και να βγάλει τα συμπεράσματά του σχετικά με την κρίση στην Ευρωζώνη, τις απόψεις που επικρατούν για την Ελλάδα και το χρέος της καθώς και να διαπιστώσει πόσο καταπληκτική δουλειά έκαναν τα Μέσα Μαζικής Εξημέρωσης πανευρωπαϊκά.
           Αυτή τη στιγμή η Ευρώπη χαροπαλεύει. Και δεν εννοώ οι κυβερνήσεις της ούτε οι τράπεζές της. Εννοώ οι πολίτες της. Πολίτες που καλούνται μέσω φόρων να πληρώσουν δάνεια σε χώρες για τις οποίες έχουν τη χειρίστη των απόψεων, καλλιεργώντας μίσος για ανθρώπους που παρουσιάζονται ως τεμπέληδες, ανάξιοι και χαραμοφάηδες. 
          Την ίδια στιγμή, οι Έλληνες πολίτες καλούνται να πληρώσουν χρέη των κυβερνήσεων και δάνεια που ούτε ξέρουν πού πάνε, ενώ παράλληλα βλέπουν τις ζωές τους να γκρεμίζονται και τις ελπίδες τους να σβήνουν. Είναι τα κλωτσοσκούφια όλου του κόσμου, τα παραπαίδια της γης, οι τεμπέληδες που ψάχνουν ευκαιρία να κάνουν τις λαμογιές τους σε βάρος των έντιμων Ευρωπαίων.
       Όταν δυο σκυλιά πεινάνε, έχουν την δυνατότητα θα ψάξουν μαζί για τροφή. Έχουν τη δυνατότητα να μοιραστούν τα αποφάγια που θα βρουν στο δρόμο. Δύσκολα θα πέσουν να φάνε το ένα το άλλο. Εδώ φάνηκε η καταπληκτική δουλειά των ΜΜΕ. Εκεί που οι απλοί Ευρωπαίοι πολίτες θα έβγαιναν στους δρόμους και θα κρεμούσαν ανάποδα τα καθίκια που τους υποδούλωσαν στο "ευρωπαϊκό ιδεώδες", μαθαίνουν να αλληλομισιούνται και να τρώγονται μεταξύ τους, αφήνοντας τις ηγεσίες των κρατών να πλιατσικολογούν ανενόχλητες. Τα περισσότερα σχόλια, όπως θα διαβάσατε, τόσο των Ελλήνων όσο και των περισσότερων Ευρωπαίων, είναι μονόπλευρα, φανατισμένα, βλακώδη. Η αλήθεια κάπου στο βάθος, διαφορετική όμως για τον καθένα. 
        "Κι εμείς έχουμε ΔΝΤ", έγραψε, νομίζω, κάποιος Λετονός, "αλλά δεν είμαστε τόσο χάλια. Κάναμε κάποιες αλλαγές και τώρα προχωράμε". Προχωράνε, με 250 ευρώ βασικό.  "Ζούμε σαν τα σκυλιά", έγραψε κάποιος Βούλγαρος από κάτω " αλλά δε χρεωκοπήσαμε". "Είστε η ντροπή της γης, πρέπει να καταστραφείτε", λέει πιο πάνω ένας συμπατριώτης του. Όταν οι κάτοικοι της Βόρειας Ελλάδας πήγαιναν τριήμερα στο Μπάνσκο και στη Σόφια και ξόδευαν όλα τα λεφτά τους εκεί, ήταν όλοι καλοδεχούμενοι. Πανηγύρια έκαναν οι γείτονές μας όταν άκουγαν τη λέξη "Έλληνας". Τώρα που είναι άφραγκος ο Έλληνας όμως, είναι και κακός, χαλάει την ευρωπιάτσα. Κι οι Ρώσοι, απίστευτο μίσος. Κάποιοι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι ο Έλληνας δουλεύει έξι ώρες τη μέρα κι ότι κανείς μας δεν πληρώνει φόρους. 
         Παραδόξως, οι Τούρκοι ήταν πιο αντικειμενικοί και πιο καλά ενημερωμένοι από όλους. Μέχρι και σχόλια υποστήριξης και ευχές έστελναν! Πολίτες μιας χώρας που μάθαμε να μισούμε και να μας μισεί, που αλωνίζει στο Αιγαίο ανενόχλητη, έδειξαν κάτι, κατά τη γνώμη μου, πολύ σημαντικό: έδειξαν ότι αν οι λαοί μιλήσουν χωρίς μεσάζοντες, τη βρίσκουν την άκρη. Αν οι λαοί ενωθούν και καταλάβουν τη δύναμή τους, μπορούν να χτίσουν έναν κόσμο για εκείνους. Έναν κόσμο όπου ο πολίτης δε θα νιώθει forever alone. 
      Το τέλος, κατά τη γνώμη μου, είναι κοντά. Δεν το φοβάμαι. Αυτό που με φοβίζει είναι η νέα αρχή. Αλλά και με συναρπάζει. Για να δούμε... 

Σάββατο, 10 Μαρτίου 2012

Ναι ρε, έχω κόλλημα, τι θες τώρα;

Οκ, το ομολογώ. Έχω κολλήσει με το 9gag.com. Λίγο η κακοκαιρία που δε μας αφήνει να βγούμε λίγο έξω, λίγο ότι έχουνε μουχλιάσει όλοι οι φίλοι μου εδώ και βγαίνουμε κάθε του Άη-Μπάκουρου, έχω σαπίσει να βλέπω rage κόμικς, memes και ό,τι γελοιότητα κυκλοφορεί στον πλανήτη. Άσε που άρχισα να νιώθω εντελώς forever alone guy. Η πλάκα είναι ότι ποστάρω και δικά μου εκεί αλλά κανένα δεν πήρε πάνω από 70 likes οπότε δύσκολο να με δείτε πέρα από τη vote page. Οπότε τα συγκέντρωσα όλα εδώ και σας τα παραθέτω, μιας κι έχω να γράψω κοντά ένα μήνα...






                                               http://9gag.com/gag/3157750





                                                             http://9gag.com/gag/3176234



















Εννοείται θα επακολουθήσουν  κι άλλα. Ελπίζω να σας άρεσαν αλλά και να μη σας άρεσαν.....


!!!!!!!

Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2012

Η Κοντέσα

            Πέρασε σχεδόν ένας χρόνος από τότε που έφυγα από το νησί. Είναι θολή εκείνη η εικόνα, γεμάτη φασαρία, άγχος για τη μετακόμιση, κουτιά, τηλέφωνα... Όλα έπρεπε να γίνουν σε λίγες μόνο ημέρες κι έτσι όσα ένιωθα δεν είχα το χρόνο να τα βγάλω προς τα έξω, να τα σκεφτώ, να τα κάνω λέξεις.
              Λίγο πριν τα γενέθλιά μου, το Φλεβάρη, ήρθε ο προϊστάμενός μου και μου άφησε το χαρτί στο γραφείο. Ένα χαρτί που κι εγώ δεν ξέρω πόσο προσπάθησα για να έρθει. Εκείνο θα με πήγαινε κοντά στην οικογένειά μου, στον αδερφό μου, στο πατρικό μου. Κι όμως τώρα που επιτέλους ακούμπησε το γραφείο μου ο πολυπόθητος φάκελος, έμοιαζε ξένος, άκαιρος, σχεδόν ανεπιθύμητος. Σαν ένα δώρο Χριστουγέννων που ξεχάστηκε στο ταχυδρομείο και ήρθε μέσα στο Πάσχα. 
               Μέσα στη φούρια μου να σκεφτώ για τη μετακόμιση και να οργανώσω το χάος που έπρεπε να συμμαζέψω, ήταν λες και προσπαθούσα να στοιβάξω τους φίλους μου, τα στέκια μου, όσα είχα αγαπήσει μέσα σε κούτες από το σούπερ μάρκετ, να βρω όλες εκείνες τις φωτογραφίες που νόμιζα ότι είχα τραβήξει κι όμως ήταν απλά εικόνες που κρατούσα μέσα μου, θολές και παραμορφωμένες κατά πως ήθελα εγώ. Θυμάμαι εκείνο το στίχο του Εγγονόπουλου για τους ξενιτεμένους, ένα στίχο που πάντα με έκρυβε μέσα του, που έλεγε για εκείνους που νοστάλγησαν έναν τόπο που άφησαν αλλά δεν τόλμησαν να γυρίσουν εκεί, από φόβο μην ξανανοσταλγήσουν. Έτσι ήμουν κι εγώ τώρα, καπετάνιος της δεκάρας ανάμεσα σε δυο πατρίδες, ένας γερασμένος πιτσιρικάς που κρύβεται ανάμεσα σ' αυτά που νοσταλγεί και σ' αυτά που περιμένει, έτοιμος πάντα να φύγει, να εκτοξεύσει παντού με δύναμη μαύρες πέτρες, να βρίσει όσους του είπαν σ' αγαπώ και να τρέξει πάντα για εκεί που θα νιώθει αρκετά ξένος ώστε να μην τον αγγίζει τίποτα.
            Δεν προλάβαινα καν να σκεφτώ τι θα μου έλειπε περισσότερο, τι ήθελα να πω σε όλους αυτούς τους ανθρώπους που γνώρισα τόσα χρόνια, που μάλωσα και που αγάπησα και που ίσως δε θα ξανάβλεπα ποτέ. Κι όμως, το παράδοξο ήταν που τελικά μου έλειπαν πιο πολύ όχι όσα αγάπησα αλλά όσα έβριζα κι αυτό γιατί όλα τα πράγματα μπορείς να τα αγαπήσεις κι αυτή η αίσθηση της χαμένης ευκαιρίας σε θυμώνει, σε στεναχωρεί. Οι φίλοι μου, κρυμμένοι όλοι μέσα μου, δε μου έλειψαν ποτέ. Τα στέκια μου, τα χόρτασα τόσο που τα άφηνα χαμογελώντας. Το σπίτι μου, τυπωμένο στο μυαλό μου σπιθαμή προς σπιθαμή, ούτε που το χαιρέτησα. Εκείνο το κτίριο όμως, που τόσο το είχα σιχτιρίσει και το ονειρευόμουν καμένο κάθε βράδυ, που μέσα του είχα περάσει οχτάωρα και δεκάωρα που έλεγα δε θα τελειώσουν ποτέ, που μάλωσα και κουράστηκα όσο πουθενά αλλού, εκεί μόνο δάκρυσα. 
         Έκανα να συγυρίσω το ταλαιπωρημένο μου γραφείο και μάζευα σημειώσεις, τηλέφωνα, αποδείξεις, συνδετηράκια, στυλό κι ήταν σαν να μάζευα καλοκαίρια, ψιλόβροχα, βόλτες ατέλειωτες και γωνιές της πόλης. Μάζευα όλα αυτά τα συμπράγκαλα μιας μικρής ζωής και μιας νιότης ανόητης, γεμάτης θυμό, έρωτα, όνειρα και γέλιο, πολύ γέλιο, έτοιμο να εκπυρσοκροτήσει κάθε φορά που κάποιο δάκρυ έκανε να βγει. 
              Κι εκείνο το δάκρυ με πρόλαβε στο τελευταίο μου δρομολόγιο, στο πλοίο που κι αυτό τόσο πρόστυχα έβριζα κάθε φορά που έβρεχε και μας πήγαινε πέρα δώθε. Είχε λιακάδα εκείνη τη μέρα, σαν να μου έλεγε "ανυπόμονε, γκρινιάρη, τι κατάλαβες τώρα;". Καθόμουν με τη μητέρα μου στο κατάστρωμα, είχε έρθει να με βοηθήσει, σαν να ήξερε το χάος που έκρυβα μέσα μου. Σαν έβλεπα το παλιό φρούριο όμως να βυθίζεται στο Ιόνιο, ήταν λες κι έβλεπα και μια άλλη μάνα, που με πρόσεχε όλα αυτά τα χρόνια, να ανοίγει την αγκαλιά της και να με αφήνει χαμογελαστή, λέγοντάς μου "εγώ εδώ θα είμαι, όποτε με χρειαστείς". Ήταν μια γερασμένη κυρία, νευρική αλλά γλυκύτατη, με τη χαρακτηριστική της προφορά, μια τρελή κοντέσα, που τριγυρνούσε για αιώνες μέσα στα βενετσιάνικα καντούνια ν' ανάψει ένα κερί στον Άγιο, να ψωνίσει στην αγορά, να μιλήσει με τα περιστέρια. Κι εκεί στην κουπαστή, κρυφά απ΄τη μάνα μου, της χάρισα εκείνο το δάκρυ, που πρόλαβε να βγει πριν το κρύψω με κάποιο από εκείνα τα σαχλά αστεία που φύλαγα γι΄ αυτές τις περιπτώσεις.
           Καμιά φορά, στο νέο μου πόστο, όλο και θα τύχαινε κάτι να μου θυμίζει εκείνη την εποχή. Κάποιος λογαριασμός για κατάθεση, κάποιος φοιτητής με κερκυραϊκό επώνυμο, κάποιος περαστικός. Ήταν περίεργο πως γινόταν ένας απλός κωδικός καταστήματος ή ένα απλό επώνυμο να μου φέρνει στο μυαλό καλοκαίρια, αρώματα και φωνές, τραγούδια και παρέες από το παρελθόν. Πολλές φορές μ' έπιανε εκείνο το περίεργο ξωτικό απ' τα μαλλιά και με έχωνε με βία στο αυτοκίνητο, περνούσα σφαίρα την Εγνατία και πήγαινα για μια δυο μέρες επίσκεψη στο νησί, φώλιαζα στον καναπέ κάποιου φίλου και γυρνούσα την πόλη σαν ξένος, κρυμμένος σε καινούρια ρούχα, αλλιώτικα, χωρίς τα γυαλιά που χαρακτήριζαν για χρόνια το πρόσωπό μου. Χαιρετούσα στο δρόμο ανθρώπους που τόσα χρόνια έβλεπα και γνώριζα λιγάκι και είχα πλάσει γι' αυτούς ιστορίες ολόκληρες. Κι εκείνοι με κοιτούσαν απορημένοι, σίγουροι πως κάπου με είχαν ξαναδεί, πως κάτι τους θύμιζα. Τίποτα δεν άλλαξε, τους έλεγα, τίποτα δε χάθηκε. Τίποτα, εκτός από μένα.


Δευτέρα, 23 Ιανουαρίου 2012

Να περάσει το επόμενο νούμερο!!

      Τη συγκεκριμένη ατάκα την είπε τις προάλλες ένας ταμίας άθελά του ενώ ήθελε να πει «να περάσει ο πελάτης με  το επόμενο νούμερο». Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις βέβαια, έχει δίκιο. Γιατί ο πελάτης που είχε το προηγούμενο νούμερο ενώ ήρθε ο ίδιος καθυστερημένος, φωνάζει για ξεκάρφωμα ότι ο ταμίας φταίει που πατάει τα νούμερα γρήγορα. Πριν από λίγο βέβαια, φώναζε από κάτω «πιο γρήγορα ρεεεε!!!». Κι επειδή η έκδοση άδειας οπλοφορίας είναι μια χρονοβόρα διαδικασία, ο ταμίας κάνει την πάπια και συνεχίζει.
Εδώ που τα λέμε, το θέμα με τον αριθμό προτεραιότητας και τη σειρά παραείναι εύκολο για να δημιουργεί τόση φασαρία. Αρκεί απλά να βγάλεις το χαρτάκι, να δεις τον αριθμό που γράφει επάνω και να περιμένεις να έρθει η σειρά σου. 





       Κι όμως, οι μισοί ξεχνιούνται, άλλοι δεν το κοιτάνε καν και απλά έρχονται όταν θεωρήσουν ότι περίμεναν αρκετά και άλλοι πηγαίνουν στον ταμία που φαίνεται ότι γάμησε το προηγούμενο βράδυ άρα θα ‘χει κέφια (true story). Το πρόβλημα όμως δε σταματάει εκεί. Ο διπλανός ταμίας που δεν έχει αντιληφθεί τι έγινε, συνεχίζει τις συναλλαγές με αποτέλεσμα ο πελάτης που δεν έχει εξυπηρετηθεί να τσατιστεί και να χωθεί μπροστά με το ζόρι και ο άλλος πελάτης που μόλις ήρθε πρέπει να περιμένει και ούτω καθεξής. Αυτό το γαϊτανάκι μπορεί να διαρκέσει κάνα μισάωρο και στάνταρ κάποια στιγμή θα βγουν μαχαίρια. 
     Βέβαια εδώ δεν αναφέρουμε καν αυτούς που έρχονται στην πουστιά όταν βλέπουν ότι δεν πλησιάζει κανένας στο ταμείο. Αν εκεί δεν το πάρεις πρέφα γρήγορα να τον διώξεις, θα εμφανιστεί από το πουθενά μια ιερόδουλη ακουμπισμένη σε ένα μεταλλικό κιγκλίδωμα. Κοινώς, θα γίνει της πουτάνας το κάγκελο. 
     Για να μην πω για τα πιτσιρίκια που παίζουν με το μηχάνημα και βγάζουν εκατό χαρτάκια οπότε εσύ μετά χτυπάς μια ώρα κι ακούγεται λες και υπάρχει ασθενοφόρο στην αίθουσα. Βάλε στη λίστα παππούδες με καταρράκτη, douchebags που θεωρούν ότι διακόσια ευρώ στο βιβλιάριο τους κάνουν "σημαντικούς πελάτες" και γιαγιάδες που έχουν αδυναμία σε ένα συγκεκριμένο ταμία (τον ανύπαντρο, για τη εγγονή τους) και έχεις μια πρόχειρη εικόνα. 
    Κι όλα αυτά για ένα χαρτάκι που δε φτάνει ούτε για να σκουπίσει τον κώλο του ο αρουραίος του καταστήματος. 
   Έτσι, θέλοντας να σταματήσω αυτή την παράνοια, σκέφτηκα, σήμερα που δεν είχαμε δουλειά, κάποιες πιθανές λύσεις. Χήαρ γιου γκόου:


- Ουρές. 

      Όπως τα παλιά τα χρόνια. Κατ’ αρχήν όταν στέκεσαι όρθιος δε μπορείς να πιάσεις τη φλυαρία με τις ώρες οπότε θα έχουμε ησυχία. Επίσης, οι ταμίες θα κάνουν πιο γρήγορα αναγκαστικά και δε θα κωλοβαράνε μεταξύ των συναλλαγών. 


- Ραντεβού.

    Τι γελάτε ρε; Όπως το γιατρό. Εννοείται δε μιλάμε για αυτούς που έχουν συντάξεις, πληρωμή φόρων κλπ. Αλλά κάποιοι πελάτες που έχουν ΑΥΣΤΗΡΑ τραπεζικές συναλλαγές και μάλιστα σημαντικές, όπως κάλυψη επιταγών, καταθέσεις μεγάλων ποσών κλπ θα έρχονται μια συγκεκριμένη ώρα και θα εξυπηρετούνται κατευθείαν, εφόσον το έχουν κανονίσει. Για να μη γίνει και χούι, βάζουμε και μια μικρή προμήθεια. Αλλιώς, να τους πούμε καθαρά ότι δεν τους γουστάρουμε να πάνε κι αυτοί αλλού. 


- Κουπόνι «διαρκείας»

     Πρόκειται για αστειάκι που λέμε σε κάποιους συναλλασσόμενους που έρχονται στην τράπεζα ίσαμε τρεις φορές τη μέρα και τους έχουμε θάρρος. Σκεφτείτε το όμως πριν πείτε πάλι ότι το ‘χω κάψει τελείως. Υπάλληλοι επιχειρήσεων, λογιστές, εκπρόσωποι εταιρειών, έρχονται και περιμένουν τρεις ώρες κάθε μέρα για δυο συναλλαγές. Βγάζουμε ένα τέτοιο κουπόνι διάρκειας ενός μήνα (το πουλάμε κιόλας άμα λάχει, να καλύψουμε και το «κούρεμα» των ομολόγων) και έρχονται όποτε θέλουν χωρίς να μας τρώνε στη μάπα όλη μέρα.


- Κλήρωση

    Μην το γελάτε καθόλου. Θα παίρνουν χαρτάκια όλοι, θα βάζει η κοπέλα της πρακτικής τα αντίστοιχα νούμερα σε μια γυάλα κι όποτε τελειώνει μια συναλλαγή θα τραβάμε κλήρο για το ποιος θα εξυπηρετηθεί. Έτσι θα περνάνε ευχάριστα και δημιουργικά οι ώρες που πρέπει να παραμείνει κάποιος στην τράπεζα. 
      
       Χαχα, ναι, ο Γιούρι κάνει χιούμορ, λολ. Τώρα που η διοίκηση απειλεί να μας κόψει δύο μισθούς στην ψύχρα, η πεποίθηση ότι θα δουλεύουμε όπως και πριν είναι τουλάχιστον αστεία. Αν στα κανονικά μου έβγαζα 220 παραστατικά τη μέρα για πλάκα, τώρα που δε θα πληρώνομαι θα βγάζω, χμ περίπου 120. Τη βδομάδα. Κλήρωση; Μη σου πω θα βάλω τους παππούδες να παίξουν και μπίγκο…





  <--- Πωλείται...

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2012

Πάσιβ Αγκρέσιβ Μέρος 2ον


Η επική συνέχεια ενός επικού άρθρου. 


Παράδειγμα 5:

Είσαι καινούριος στο κατάστημα κι αυτό φαίνεται. Έχεις αυτό το αφόρητα σέξυ  βλέμμα του φοβισμένου κατοικίδιου που ψάχνει λίγη στοργή μέσα στην απρόσωπη ρουτίνα του καταστήματος. Και ενώ ο προϊστάμενός σου σού έχει αναθέσει πέντε συγκεκριμένες δουλειές και αρχίζεις να γίνεσαι και πολύ γαμάω, για κάποιο λόγο όποιος περνάει από το γραφείο σου σού πετάει και από μια στίβα χαρτιά με το καλημέρα σας. Μάλιστα μερικοί παίρνεις όρκο ότι δεν είναι καν υπάλληλοι του δικού σου καταστήματος ή και της τράπεζας ακόμα, απλά έπεσε γραμμή ότι υπάρχει μαλάκας στη γειτονιά κι έρχονται όλοι για φωτοτυπίες, φαξ, μασάζ στον αυχένα και συμβουλές αστρολογίας.
Αντιμετώπιση: Μπορεί λόγω απειρίας να φαίνεσαι λίγο στόκος αλλά όλοι ξέρουμε ότι δεν είσαι. Όταν σου δίνουν τη δουλειά, χαμογελάς, την αφήνεις πάνω στο γραφείο και συνεχίζεις να κάνεις αυτά που σου έχει αναθέσει ο προϊστάμενός σου. 
      
Μάλιστα, διαβεβαιώνεις το «θύμα» σου ότι θα κάνεις όσο πιο γρήγορα γίνεται. 

Αυτό που δεν του λες φυσικά είναι ότι στην πραγματικότητα θα τα κάνεις όσο πιο πουτάνα γίνεται. 

Μια λάθος άθροιση, δυο τρεις χαμένες φωτοτυπίες, ένας απαράδεκτος γραφικός χαρακτήρας είναι αρκετά για να δημιουργήσουν το χάος σε μια τόσο ψυχαναγκαστική δουλειά. Σε λίγο καιρό θα ξεχάσουν ότι υπάρχεις κιόλας. 
Προσοχή όμως γιατί άλλο να μη γουστάρεις να σε φορτώνουνε κι άλλο να μη γουστάρεις να δουλέψεις. Οι ισορροπίες είναι λεπτές αλλά το ξύλο που θα φας όχι και τόσο…



Παράδειγμα Νο 6

Χτυπάς νουμεράκι και σκάει πελάτης. Ζητάς ταυτότητα. 
Τρεις οι πιθανές επιλογές:

-Τη βγάζει και στη δίνει αμέσως.

-Σε κοιτάει με ένα προσβεβλημένο βλέμμα, σαν να ήταν ο George Clooney κι έφαγε χυλόπιτα, τη βγάζει και τη χτυπάει στο γκισέ. 

-Βρίσκει ένα σωρό δικαιολογίες για να μη στη δώσει. Μια λέει ότι την έχασε, μια ότι «καλά, τι τη χρειάζεστε;», μια ότι χάθηκε ως δια μαγείας απ την τσάντα κι άλλα τέτοια χαριτωμένα.  
Το θέμα είναι ένα: 
Ο τύπος ή έχει χάσει την ταυτότητα παλιότερα και τώρα την προσέχει σα μονάκριβο παιδί που πάσχει μάλιστα από ανίατη ασθένεια ή απλά είναι ψυχαναγκαστικός και τη θέλει να αστράφτει. Τη φυλάει μάλιστα σε ειδική δερμάτινη θήκη με διπλή ζελατίνα, τόσο καλά σφηνωμένη που δε μπορεί να τη βγάλει ούτε ο βασιλιάς Αρθούρος. 

Αντιμετώπιση: Παίρνεις με στυλ την ταυτότητα και πριν προλάβεις να την αφήσεις στο γραφείο φταρνίζεσαι πάνω της και τη σκουπίζεις πάνω στο πουκάμισό σου. Του λες ότι πρέπει να τη βγάλεις φωτοτυπία κι ότι επιστρέφεις σε λίγο αλλά με το που σηκωθείς «πέφτει» στην καρέκλα και καθίζεις τον κώλο σου πάνω της. 
     Αφού την έχεις βγάλει φωτοτυπία και μάλιστα θεοσκότεινα, να φαίνεται σαν ανιψιός του Morgan Freeman, επιστρέφεις στο γραφείο σου και πριν του τη δώσεις σου «πέφτει» στο πάτωμα και την πατάς «κατά λάθος». Πάνω που ο τύπος αρχίζει να χτυπάει τη μύτη του για να μην πάθει εγκεφαλικό, του την επιστρέφεις χαμογελαστός. 

Τι έπαθε η ταυτότητα με όλη αυτή τη διαδικασία; 

ΤΙΠΟΤΑ!! Κι αυτό γιατί είναι φτιαγμένη για να τη χρησιμοποιείς για χρόνια! Επίσης, ποιος στόκος μπορεί να πιστεύει ότι πετάμε τις ταυτότητες στον κάδο αν τις ξεχάσουν οι πελάτες στο ταμείο; 


(Φοβάμαι πως) θ' ακολουθήσουν κι άλλα...