Συνολικές προβολές σελίδας

Σάββατο, 29 Οκτωβρίου 2011

Η Ιστορία μιας Ομπρέλας




Όποτε ακούω ψιχάλες από το παράθυρο θυμάμαι εκείνους τους σκοτεινούς χειμώνες στο νησί που έβρεχε ασταμάτητα. Διαρκούσε τόσες μέρες που σχεδόν ξεχνούσες ότι υπήρχε. Γινόταν το δέρμα μου, το οξυγόνο μου, κοιμόμουν και ξυπνούσα στο τραγούδι της. Δεν έβγαινα ποτέ από το σπίτι εκείνες τις μέρες χωρίς να κουβαλάω ομπρέλα. 
Είχα επιλέξει εκείνες τις μικρές που χωρούσαν στην τσέπη του μπουφάν μου έτσι ώστε να τις κουβαλάω πιο εύκολα. Τις έπαιρνα φτηνά από το σούπερ μάρκετ κοντά στο παλιό νοσοκομείο. Δεν έκαναν πάνω από δύο ευρώ αλλά πάντα είχα την ψευδαίσθηση ότι θα έβγαζαν το χειμώνα. Στα μέρη μου, ναι, μπορεί. Εκεί έβρεχε λίγες μόνο μέρες πριν αρχίσουν τα χιόνια οπότε ήταν κάτι σαν είδος πολυτελείας. Στο νησί όμως είχαν βαρύ έργο να φέρουν εις πέρας. 
Οι περισσότερες κατέληγαν σε κάποιον κάδο, με το πλαστικό υλικό τους σκισμένο και το σκελετό κομματιασμένο από τον τρελό κερκυραϊκό αέρα. Ήταν παράξενη η σχέση μου μαζί τους, το ομολογώ. Όταν έβγαινα, μέχρι να φτάσω στον προορισμό μου, ήταν κάτι σαν το σπίτι μου. Το όχημά μου, κατά κάποιο τρόπο. Κάτι μεταξύ όπλου, ασπίδας, αυτοσχέδιας σκηνής. Μιάμιση βδομάδα κρατούσαν, υπό καλές συνθήκες. Σχεδόν μια ή δυο φορές τη βδομάδα θα έφτανα σπίτι μούσκεμα, προδομένος από τη επιμονή μου να αγοράζω πάντα αυτά τα φτηνιάρικα κατασκευάσματα και μάλιστα να βασίζομαι βλακωδώς πάνω τους για όσο διαρκούσε ο χειμώνας.
Τώρα που το σκέφτομαι, εκείνα τα χρόνια κάτι μ' έσπρωχνε να αγοράζω μόνο φτηνά πράγματα. Δεν είχα οικονομικό πρόβλημα ούτε ήταν από τσιγγουνιά όπως επέμενε η μητέρα μου. Ήταν μια βαθιά φιλοσοφία που είχε ριζώσει μέσα μου χωρίς να το έχω πάρει χαμπάρι. Ήταν απλό: το φτηνό θα σπάσει, θα φύγει γρήγορα απ τη ζωή σου ανώδυνα, θα το πετάξεις χωρίς δεύτερη σκέψη. Δε θα το λυπηθείς, δε θα το στερηθείς αν στο κλέψουν, αν το χάσεις απρόσμενα. Όλα τα προτιμούσα φτηνά τότε. Παρέες, ρούχα, Σαββατόβραδα, σχέσεις. Όλα έτοιμα να πεταχτούν στα σκουπίδια, δίχως πόνο και δισταγμό. Κάτι μέσα μου αηδίαζε στη θέα του αληθινού, στην αίσθηση του όμορφου. Σαν αιώνιο συνάχι, δε μ' άφηνε να γευτώ απολύτως τίποτα.
Έναν από εκείνους τους χειμώνες όμως τα είχα βρει πολύ σκούρα. Ένα μοιραίο λάθος στη δουλειά λίγο έλειψε να μου στοιχίσει τη θέση μου. Δεν ήταν και δύσκολο, βέβαια. Ένας άνθρωπος με τη δική μου την αφηρημάδα δε θα αργούσε να την πάθει και μάλιστα τόσο χοντρά, σε ένα τόσο ψυχαναγκαστικό περιβάλλον. Ένα τόσο δα λάθος με κάθισε απέναντι από την επιθεώρηση, με ανάγκασε να πάρω ηρεμιστικά για πρώτη φορά στη ζωή μου, με έκανε να σκεφτώ φόνους, ληστείες, αποδράσεις, ό,τι μαλακία μπορείς να σκεφτείς, μόνο και μόνο για να φύγω από τη δύσκολη θέση που είχα μπει χωρίς να το καταλάβω. Ήταν, ξεκάθαρα, η μόνη περίοδος της ζωής μου που δεν έκανα όνειρα. Κι αυτό δε μου το συγχώρεσα ποτέ. 
Αν δεν ήμουν ερωτευμένος εκείνο το χειμώνα δε νομίζω ότι θα την έβγαζα καθαρή. Η αγκαλιά εκείνου του κοριτσιού ήταν η μόνη ζεστή γωνιά του κόσμου για έναν υπαλληλίσκο της δεκάρας σαν και μένα. Ένας μικρός ναός που με κρατούσε πιστό στη ζωή και στην ακεραιότητά μου σαν άνθρωπο. Ήταν μια εποχή που ένιωθα ότι δεν άξιζα μια. Ότι η παρουσία μου στη γραμμή παραγωγής της κοινωνίας ήταν πλέον περιττή και πως όλα προετοίμαζαν την αποχώρησή μου. Ήταν χειμώνας του 2008. Οι πρώτοι μήνες αυτού του άρτια οργανωμένου σχεδίου που ονομάζεται κρίση. Καταθλιπτικά δελτία ειδήσεων, επεισόδια, βία. Όλοι ένιωθαν ότι αιωρούνταν στον αέρα ή, στην καλύτερη ότι τους κρατούσε σαν μαριονέτες, ένα αόρατο σχοινί. Εγώ αυτό το σχοινί το ένιωθα να τρίβεται σιγά σιγά και το κενό από κάτω μου απλωνόταν σιωπηλό.
Ένα πρωί που πήγαινα, σαν υπνωτισμένος, στη δουλειά, απορροφημένος από τις σκέψεις μου, κάποιος βιαστικός με έσπρωξε και ακούμπησα κατά λάθος πάνω σε έναν μεταλλικό κάδο που βρισκόταν στην άκρη του δρόμου. Εκείνη την ώρα μου 'ρθε. Μόλις είχα συνειδητοποιήσει ότι εκείνο το διάστημα ήμουν κι εγώ μια φτηνή ομπρέλα, στα τελευταία της. Είχα προσφέρει τις υπηρεσίες μου και τώρα αντίκρυζα τον κάδο σαν τον επόμενο προορισμό μου, μη μπορώντας να αποδώσω ή έστω να απολογηθώ για τη μη απόδοσή μου. Ένιωθα φτηνός, κινέζικος, μιας χρήσης. Έτσι κάπως ήταν τα πράγματα τότε. Κι όλα αυτά, κάτω από ασταμάτητη βροχή. 
Κάπως έτυχε όμως και η ζωή είχε άλλα σχέδια. Λίγο το άλλοθι της απειρίας, η προστασία από τους συναδέλφους μου και η έλλειψη οποιασδήποτε δολιότητας στην όλη υπόθεση, λίγους μήνες αργότερα απαλλάχτηκα από τις ευθύνες μου και γλίτωσα τα χειρότερα, αλλάζοντας απλά πόστο και χωρίς να έχω σημαντικές κυρώσεις. Η ζωή μου έδινε μια γενναιόδωρη ευκαιρία να ανασάνω και να ονειρευτώ ξανά. Για καιρό όμως δεν πίστευα ότι είχα γλιτώσει εντελώς, για νύχτες ακόμη κρατούσα σφιχτά σαν φυλαχτό το κουτί με τα ηρεμιστικά, ξυπνώντας με το παραμικρό, σαν σκοπός σε καιρό πολέμου. 
Ένα μεσημέρι ύστερα από λίγο καιρό, μετά το σχόλασμα, μπήκα στο πολυκατάστημα δίπλα στην τράπεζα και αγόρασα μια καλή ομπρέλα, ανθεκτική και κατάλληλη για το δύσκολο καιρό του νησιού. Κόστιζε όσο δέκα από τις προηγούμενες αλλά την έχω ακόμα. Δεν την έχασα ποτέ ούτε τη χάλασα. Δεν έχει πάθει το παραμικρό. Την πρόσεχα, όπως πρόσεχε εμένα εκείνο το μικρό κορίτσι τότε, σαν κάτι πολύτιμο, σαν κάτι που έχει αξία. 
       Ένα από τα επόμενα βράδια πήγαμε σινεμά με την παρέα από τη δουλειά. Όταν τέλειωσε η ταινία είπαμε καληνύχτα και χαθήκαμε στη βροχή, ο καθένας στο δρόμο του. Έβγαλα την καινούρια μου ομπρέλα και κρύφτηκα από κάτω της. Άρχισα να περπατώ νιώθοντας μια ζεστασιά, σαν του σπιτιού μου και χάθηκα μέσα στο δρόμο, προσπαθώντας να πιάσω τις νότες από εκείνο το αέναο τραγούδι της βροχής.


3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

αχ βρε μάκη μου!!!!!!!!!!!
αν ήσουν εδώ τώρα θα σε αγκάλιαζα μικρό μου βρεγμένο κουταβάκι!!!!!!!

Uri Teller είπε...

Γουφ! Και ποιος/α είστε εσείς παρακαλώ;

astoissa είπε...

" Όποιος έχει δει να αδειάζουν όλα, σχεδόν γνωρίζει από τι γεμίζουν όλα." antonio portsia