Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

Ανήμερα τ΄ Αγιού.




      Ξύπνησα αργά, όπως αρμόζει σε κάθε αργία και κατέβηκα με το πάσο μου στο κέντρο, εκεί που είχαμε κανονίσει για καφέ. Ο καιρός μουντός αλλά γλυκός, ούτε ζεστός ούτε κρύος.
     Όλοι γύρω μας καλοντυμένοι, οι γυναίκες όλες με ωραία χτενίσματα, τα παιδιά στριμωγμένα στα καλά τους, να τρέχουν ζωηρά στην καφετέρια. Μόνο εμείς, τυπικοί, καθημερινοί, αξύριστοι, είχαμε το ευπρεπές θράσος απλά να αράζουμε και να απολαμβάνουμε τον καφέ μας όταν όλοι γύρω γιόρταζαν. Και γιόρταζαν φωναχτά, χαρούμενα ενώ εμείς, οι ξένοι σε αυτό τον τόπο απλά ξεκουραζόμασταν βλέποντας σε τούτη τη μέρα, μια μέρα τυπική σαν όλες τις άλλες.
     Κατηφορίσαμε το μεσημέρι για τα σπίτια μας. Θα διασχίζαμε τη Βουλγάρεως κι ύστερα ο καθένας στο δρόμο του. Έκανε πως έβρεχε, η πόλη ησύχαζε κι ετοιμαζόταν για τη βραδινή της γιορτή. Γύρω μας όλοι με μια σακούλα στο χέρι, ένα γλυκό, μια γραβάτα, ένα παιχνίδι για το μικρό, για κάπου  ετοιμάζονταν, έβρισκαν γνωστούς στο δρόμο, αντάλλαζαν ευχές...
     Κοιτούσαμε και δε σχολιάζαμε, σαν να μην καταλαβαίναμε τι συμβαίνει ενώ απλά δε μας έκανε καρδιά να παραδεχτούμε ότι εμείς δεν ήμαστε κομμάτι αυτής της χαράς. Νιώθαμε κι ας μην το ομολογούσαμε, ένα κρύο στους ώμους και στις πλάτες μας, έτσι που όλοι αγκαλιάζονταν μεταξύ τους κι εμείς μονάχοι, απλά περπατούσαμε ανάμεσά τους. Κι όμως, ήταν ωραία.
    Τα φτωχόσπιτα στο κέντρο, οι παλιές πολυκατοικίες οι λιωμένες από την υγρασία άνοιγαν τα ζεστά πορτοκαλιά τους φώτα και περίμεναν τον κόσμο, συγγενείς, φίλους, αγαπημένους. Μια γλυκιά φασαρία από ευχές και φωνές, δώρα και όμορφα πανωφόρια. Όλη η πόλη μύριζε λουκουμάδες κι αγάπη, λες και οι κάτοικοί της ράντιζαν γελώντας ο ένας τον άλλο με μέλι και κανέλα και έμοιαζαν, έτσι αγκαλιασμένοι, με μικρά κεσεδάκια.
   Γύρισα σπίτι, ψευτομαγείρεψα ό,τι βρήκα πρόχειρο και τυλίχτηκα στην κουβέρτα, μπροστά στην τηλεόραση. Σαν μ' έπαιρνε ο ύπνος, σκεφτόμουν όλους εκείνους τους Σπύρους που είχαν την τιμητική τους σήμερα είτε τους είχα γνωρίσει στο γκισέ είτε τους ήξερα από κάπου.
    Ο μπαρμπα Σπύρος, ο εβδομηντάχρονος εκείνος λεβέντης, χρόνια στο χωριό με τις ελιές του και τα πορτοκάλια του, τώρα συνταξιούχος έμενε στην Αλεπού μαζί με την κόρη του. Ή ο Σπυρέτος, λογιστής, λίγο μεγαλύτερος, που ετοιμαζόταν να παντρευτεί το καλοκαίρι. Ή ο Σπυράκος, ο πιτσιρικάς που ερχόταν με τη μητέρα του στην τράπεζα, με το βλέμμα όλο φωτιά και τα τσουλούφια να καλύπτουν το εφηβικό του μούτρο, που όλο βιαζότανε.
    Κι η Σπυριδούλα, η γιαγιά από τους Καστελάνους που τόσο μου θύμιζε τη δική μου γιαγιά. Πιστεύω αν δε μας χώριζε ο γκισές θα μου χάιδευε τα μαλλιά κάθε φορά που ερχόταν να πάρει τη σύνταξή της. Τόση αγάπη έκρυβε το βλέμμα της.
    Κι ήταν κι εκείνη η μικρή, αν την έλεγαν Σπυριδούλα, με τα κόκκινα μάγουλα και τα κατάξανθα μαλλιά, να κρύβουν τα μεγάλα ματάκια της καθώς περπατούσε βιαστική για να πάει στη δουλειά της.
Εκείνα τα μάτια που κρυβαν τέτοια τεράστια μοναξιά, μια λύπη που πλάκωνε σαν ταφόπλακα την ομορφιά της ηλικίας της και που όλη μέρα τη σκεφτόμουν έστω και για λίγα δευτερόλεπτα αν την έβλεπα μπροστά μου.
    Έτσι ήθελα, καθώς κατέβαινα στην πόλη το βράδυ, να μάθαινα που έμενε και να της χτυπούσα το κουδούνι. Θα είχα στα χέρια μου ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα και μια σοκολάτα και μόλις άνοιγε, θα την αγκάλιαζα και θα της έλεγα να μη νιώσει ποτέ ξανά μόνη, να μάθει ότι υπήρχε κάποιος που τη σκεφτόταν μέρες, μήνες τώρα. Κι ας μην ήταν ερωτική η αγκαλιά, ας ερχόμουν σαν φίλος, σαν μεγάλος αδερφός, σαν φύλακας άγγελος να επιστρατεύσω όλες μου τις δυνάμεις μήπως και χαμογελάσει.
    Και να βγει, να γιορτάσει με τις φίλες της και να γλεντήσει αυτή την ολόδική της νύχτα όπου ήθελε. Κι αν δεν της έφταναν τα λεφτά, θα της έδινα εγώ, το τζην μπουφανάκι που έσφιγγε το μικροκαμωμένο κορμί της μαρτυρούσε ότι ήταν από φτωχή οικογένεια. Κι αυτή για αντάλλαγμα θα μου χάριζε ένα χαμόγελο, που θα φώτιζε επιτέλους το όμορφο μουτράκι της.
    Και σαν θαύμα του καλόκαρδου άγιου, εκείνο το βράδυ που περνούσε με τη φίλη της από το πεντοφάναρο, σας το ορκίζομαι ότι με είδε και μου χαμογελασε, κι ας λέτε εσείς ότι απλά γελούσε με την κολλητή της που πάλι έπεσε πάνω σ' ετούτο τον τρελό που τη χαζοκοιτάει μέρες, μήνες τώρα.
    Δευτερόλεπτα πριν χαθεί απ τα μάτια μου, κατέφτασε κι η παρέα και για λίγο δεν πρόλαβα να τους τη δείξω. Καλύτερα λέω, μη με πάρουν πάλι στο ψιλό. Καθίσαμε. ήπιαμε το ποτό μας και κατηφορίσαμε πάλι τη Βουλγάρεως, σιωπηλοί, αμήχανοι, μόνοι. Αύριο πάλι δουλειά.




5 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Φιλε μου, συνηθως οι αναρτησεις σου προκαλουν το γελιο με τη χιουμοριστικη προσεγγιση σε θεματα της τραπεζικης καθημερινοτητας....
Αυτο που διαβασα σημερα ομως ειναι κατι το διαφορετικο... Πραγματικα λογοτεχνικο καισυγκινητικο... Συγχαρητηρια Φιλε μου... Τελικα η αχρωμη και ανοστη δουλεια που κανουμε δεν αφανισε τη φιλολογικη σου φυση.

Χρηστος

Uri Teller είπε...

Αντιθετως φιλε μου, η αχρωμη και ανοστη δουλεια μας μου γεννησε την αναγκη να γραψω. Αυτη και το μικροβιο της νοσταλγιας που μονο ετσι καπως υποχωρει. Σ' ευχαριστω για τα καλα σου λογια, επεται συνεχεια :)

Gabriel είπε...

Uri, συνέχισε έτσι. Μάλλον όχι έτσι, αλλά με συχνότερο γράψιμο. Διαβάζω αυτά που γράφεις γιατί μου θυμίζουν τα δικά μου -3,5 χρόνια στην ΕΤΕ- αλλά κυρίως επειδή μου αρέσει το λογοτεχνικό σου ύφος.
Να 'σαι καλά και καλή δύναμη!

Nikos είπε...

Αλήθεια Γιούρι, ποιά είναι η σχέση σου με την Κέρκυρα? Το καλοκαίρι είχα διαβάσει σε άλλο άρθρο πως δούλευες εκεί ένα διάστημα. Σπουδάζω και εγω στην Κέρκυρα και διαβάζοντας αυτό το άρθρο, ένιωσα σαν να έγραφες και για μένα, σαν να συναντηθήκαμε τυχαία στο δρόμο. Έχεις αποτυπώσει τέλεια την ημέρα. Είναι πανέμορφη η μέρα του Αγίου και ο τρόπος που γιορτάζεται από τους Κερκυραίους. Πραγματικά, η μόνη ωραία μέρα του χειμώνα, σε μία περίοδο όπου δε μπορείς να πεις οτι το νησί σφύζει από ζωή και κόσμο.

Uri Teller είπε...

Εμεινα εκει πεντε χρονια φιλε Νικο και δουλευα σε κεντρικο καταστημα τραπεζας στην πολη. Περασα πολλα εκει κ τωρα που εφυγα μου μοιαζει σαν να εζησα ενα παραμυθι, γι αυτο μου βγαινει κ στο γραψιμο ολο αυτο. Γραφω κ αλλα σχετικα, μπορει να τα δημοσιευσω ολα μαζι καποια στιγμη...