Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

Έλα ρε



Δεν ξέρω πώς γίνεται και κάθε φορά που σκέφτομαι το παρελθόν μου φαντάζει πιο όμορφο από αυτό που ζω τώρα. Λες και βλέπω ταινία, προσπαθώ να κρατήσω τις σημαντικές σκηνές, αυτές που λένε κάτι για την ιστορία και να μη μιλήσω για άλλα, άσχετα πράγματα. Έτσι και τώρα, σκαλώνω και σκέφτομαι με τις ώρες, θυμάμαι και τα θυμάμαι όλα λάθος, κατά πως με βολεύει.

Καιρό τώρα δεν ένιωθα καλά. Ίσως γι’ αυτό και δε σε έπαιρνα τηλέφωνο να σου μιλήσω. Ξέρω, μου έχεις θυμώσει. Κι εγώ μου έχω θυμώσει δηλαδή. Αν με δεις, δε θα με γνωρίζεις. Δεν είμαι ο ίδιος, σου λέω. Έχω πάρει κιλά, δε βγαίνω καθόλου ή αν βγω, παίρνω τους δρόμους μοναχός και περπατάω με τις ώρες. Γράφω κιόλας, σου είπα; Όχι, δεν είναι καλό, για να κάτσω εγώ να γράψω, κάτι μέσα μου δεν πάει καθόλου καλά.

Κάθε μέρα ζω σαν σε αίθουσα αναμονής. Σαν να περιμένω να γίνει κάτι. Και δεν κάνω τίποτα, μόνο περιμένω. Περιμένω να σηκωθεί η σκούπα να σκουπίσει μόνη της, να βγει το ποδήλατο από τη βεράντα να με πάρει να πάμε βόλτα, να με πάρει τηλέφωνο η γυναίκα της ζωής μου να με ζητήσει σε γάμο. Ε, σου το ‘πα, δεν είμαι καλά, μη γελάς!

Θυμάμαι εκείνα τα χρόνια στο νησί. Ήταν δύσκολα πολλές φορές αλλά πώς έγινε και, με το που έφυγα, ομόρφυναν ξαφνικά μέσα μου. Δεν είχαμε χρόνο τότε. Δεν είχαμε κι όμως όλα τα προλαβαίναμε. Γιατί έτσι είναι, όταν δεν έχεις χρόνο, τα προλαβαίνεις όλα. Ενώ όταν έχεις, δεν κάνεις τίποτα. Να, καλή ώρα.

Τέτοια ώρα, θα σχολούσαμε και θα παίρναμε το δρόμο για το σπίτι. Στην αγορά θα επικρατούσε ησυχία. Μόνο περιστέρια, γιαγιάδες και κανένα αυτοκίνητο να σπάει τη σιωπή. Τα καφέ θα ήταν άδεια, οι γκαρσόνες θα σκούπιζαν τα τραπέζια και θα κοιτούσαν τον ουρανό, με το χέρι στα μάτια για τον ήλιο, να δούνε αν θα βρέξει. Πόσες και πόσες φορές δε μας παρέσυρε εκείνη η γλυκιά ησυχία σε μια ατέλειωτη βόλτα, ανάμεσα στα πεσμένα φύλλα των δέντρων, στα μικρά σοκάκια, ανάμεσα σε σκουπίδια, γάτες και κλειστά μαγαζιά. Ήμασταν οι κατάσκοποι των αστεριών. Οι ονειροπόλοι εγκληματίες της πόλης. Ίσως οι πιο ανέραστοι εραστές που υπήρξαν ποτέ. Κι οι πιο στυλάτοι ζητιάνοι. Κάτι μέσα μας το ‘λεγε, ήμασταν του κινδύνου και της απόλαυσης αλλά στο πιο αστείο, σαν γέροι που το σκάνε από το γηροκομείο και χάνονται, έτσι, για μια τελευταία «περιπέτεια».

Αν βαρέθηκες, μου λες. Ξέρω όταν με πιάνει, μιλάω με τις ώρες. Εσύ τι νέα; Ή μάλλον άσε, δε θέλω να μου πεις. Θα βγαίνεις, θα πας τις γνωστές σου βόλτες στις εγκαταλελειμμένες παραλίες, θα τριγυρνάς όπως κάναμε και μαζί. Μου ‘λειψες ρε. Το ξέρεις κι άσ’ τις μαλακίες. Γι’ αυτό δε σ’ έπαιρνα τόσο καιρό. Τι να σου πω και τι να μου πεις. Άλλωστε αυτό είχαμε εμείς ρε. Ξέραμε χωρίς να λέμε. Ε, άσ’ το έτσι, καλά δεν είναι;

Είπαμε, αν βαρέθηκες, σταματάω. Καμιά φορά με παίρνει ο νους μου απ’ το χέρι και με φέρνει κρυφά νύχτα στα παλιά λημέρια. Δε σας παίρνω τηλέφωνο ούτε περνώ από τα σπίτια σας. Ή μάλλον περνώ αλλά δεν το ξέρετε. Μπαίνω κρυφά από το παράθυρο που έχεις αφήσει ανοιχτό να φύγει η τσιγαρίλα και τριγυρνώ μέσα στο διαμέρισμα. Από πότε έχεις να βάλεις σκούπα ρε; Απ’ όταν ήρθα τελευταία φορά ίδιο είναι το σπίτι, σα να μη μένεις εκεί. Και του Σταμάτη, ίδια χάλια. Σε λίγο θα φύγει αυτός και θα μένουν μέσα μόνο οι εφημερίδες, μα καλά, συλλογή τις κάνει; Μόνο της Φαίδρας το σπίτι είναι μια χαρά. Τ’ αγαπάει, ίδρωσε κιόλας για να το αγοράσει. Όλα όμορφα είναι αλλά πιο πολύ μου αρέσει έτσι πως μπαίνει το φως το απόγευμα και τα κάνει όλα πορτοκαλί. Αν μιλάτε, δωσ’ της φιλιά, εγώ αν την πάρω θα με βρίσει.

Μην κοιμάσαι ρε όταν σου μιλάω. Το ξέρω ότι είσαι κουρασμένος κι εγώ είμαι. Αλλά έπρεπε να στα πω. Να σου πω, αν περνάτε καλά εκεί, μη μου το πεις. Ξέρω, τα ίδια και τα ίδια. Αλλά και τα ίδια ωραία είναι ρε φίλε, τα αγαπάς τα ίδια, τα ξέρεις. Κι όλο τα βρίζεις αλλά όταν αλλάξουν λες, «θυμάσαι τότε;» και τα σχετικά. Μη χάνεσαι ρε μαλάκα. Ναι κι εγώ μαλάκας είμαι, το ξέρω. Αλλά μη χάνεσαι. Θα σου ‘ρθω κάποια στιγμή. Να περπατήσουμε και πάλι όπως και τότε. Σαν αντάρτες της σιωπής. Όλες οι επαναστάσεις στη σιωπή γίνονται, να το ξέρεις. Θα στήσουμε ενέδρα. Εμένα με πιάσανε. Τον εαυτό σου κοίτα πώς θα γλιτώσεις. 
Σε φιλώ... 
...Μαλάκας είσαι και φαίνεσαι. 




8 σχόλια:

Master είπε...

Να υποθέσω είναι προσωπική η ανάρτηση, ε;

Ο ΧΩΣΤΗΡΑΣ είπε...

ΓΑΜΑΣ ΚΑΙ ΔΕΡΝΕΙΣ ΦΙΛΕ.....από τις πιο όμορφες αναρτήσεις σου

Uri Teller είπε...

Η ανάρτηση φίλε Μάστερ είναι προσωπική, εμπνευσμένη από αυτούσιο σχεδόν τηλεφώνημα που έγινε λίγο πριν κάτσω να το γράψω. Βέβαια το κείμενο περιείχε και πράγματα που δεν ειπώθηκαν ον λάιν.
Χωστήρα, φίλε μου, ωραίο το κείμενο αλλά το χω παρασοβαρέψει ρε φίλε. Πάει το χιούμορ μου...

Ο ΧΩΣΤΗΡΑΣ είπε...

'νταξ' δεν ήταν κλαψομούνικο ρε....γαμάτο ήταν κι όταν θα κάτσει η έμπνευση θα μεγαλουργήσεις!

Ανώνυμος είπε...

Μ' έχεις κάνει να το αγαπήσω αυτό το νησί, κι ας μην έχω πάει ποτέ. (και να φανταστείς ότι δεν μ' αρέσουν κιόλας τα νησιά)

Άμα θες να ξαναβρείς κι εσύ και το μπλόγκ το χιούμορ σας, στο ξανάπα: Ξαναβάλε στο header τον Καλαμάρη

elPre

Uri Teller είπε...

Αυτό θα γίνει φίλε elPre. Το σχεδιάκι που έβαλα στη θέση του αξεπέραστου συναδέλφου μου είναι επιεικώς άθλιο. Αρκεί να βρω τη γ&*@#εικόνα!

Δάφνη Χρονοπούλου είπε...

Ούτε η Νοσταλγία δεν είναι πια αυτό που ήταν..

Uri Teller είπε...

Κι είναι και μεγάλη ψεύτρα η ρουφιάνα. Τα δείχνει όλα όπως γουστάρει...