Συνολικές προβολές σελίδας

Κυριακή, 6 Μαΐου 2012

Εθνική Αμνησία - Ένα Γράμμα στη Γιαγιά

       Χτες πέρασα πάλι έξω από το σπίτι σου, γιαγιά. Περνάω συχνά αλλά πολλές φορές δεν το σκέφτομαι, κάνω τον αδιάφορο, σαν να μη συμβαίνει τίποτα. 
       Όλη μου η παιδική ηλικία είναι ζωγραφισμένη με μαρκαδόρο στους τοίχους εκείνης της πολυκατοικίας. Η μεγάλη βεράντα, τα παλιά έπιπλα, η μικρή κουζινούλα. Τρία χρόνια κλείνουν σε ένα μήνα από τότε που μας άφησες αλλά εγώ δε σ' άφησα στιγμή, το ξέρεις. Όταν μαθαίνεις να αγαπάς, μαθαίνεις και να μην ξεχνάς ποτέ, μαθαίνεις να χρωστάς. 
      Θυμάμαι κι εκείνο το τρέμουλο στο λαιμό σου, το κεφάλι σου να πηγαίνει ελαφρώς πέρα δώθε όταν μιλούσες, όταν μαγείρευες ακόμα κι όταν στεκόσουν ακίνητη. Στη αρχή νόμιζα ότι ήταν της ηλικίας κι ότι όλες οι γιαγιάδες το είχαν αλλά με τον καιρό διαπίστωνα ότι το είχες πιο πολύ εσύ. Όταν εκνευριζόσουν γινόταν πιο έντονο αλλά το βλέμμα σου γινόταν όλο και πιο σταθερό, πιο αετίσιο, πολλές φορές δε μ' άφηνε να κοιμηθώ.
      Μέχρι που μεγάλωσα κάποια στιγμή κι έμαθα. Δεν ήταν μια απλή γεροντική αδυναμία αλλά ένα παλιό τραύμα που κουβαλούσε μέσα του πόνο, αγάπη, αξιοπρέπεια και την ανδρεία ενός ολόκληρου στρατού. Γιατί ακόμα κι ένα κοριτσάκι δεκαέξι χρονών, αθώο, σχεδόν άγιο, μπορεί αν το θελήσει, να τα βάλει και με τους πιο δυνατούς άνδρες και να τους νικήσει. Γιατί το σώμα φθείρεται, καταστρέφεται, η ψυχή όμως δεν αλλάζει εύκολα. Αν έχεις στόφα, αν έχεις καθαρό πνεύμα, δε στο παίρνει κανείς, δε σε νικάει κανείς. 
      Κι εσύ αυτό το είχες πάρει από τον αδερφό σου. Δεν ξέρω αν τον ρώτησες ποτέ γιατί πήρε το όπλο και πήγε στα βουνά, αν ήξερε τι θα έβρισκε εκεί ή ποια θα ήταν η τύχη του. Όταν η καρδιά σου καίει, ούτε ακούς κανέναν ούτε φοβάσαι τίποτε. 
      Κι ο Κώτσος ξέρω ότι δεν ήθελε να πέσει η πατρίδα του στα χέρια αυτών που, δυο φορές χειρότεροι από τους ναζί, έφτυσαν το χώμα των προγόνων τους και ξεπουλήθηκαν, ποτίζοντάς το με αίμα ίδιο με το δικό τους. Και τώρα σήκωναν την ελληνική σημαία που είχαν τσαλαπατήσει και τίναζαν από πάνω της τα χώματα, για να την υψώσουν εναντίον όσων πολέμησαν για εκείνη, κυνηγώντας τα κεφάλια τους, το βιος τους, τις ζωές τους. 
        Δεν ήταν κομμουνιστής εκείνο το λιοντάρι, το ξέρω. Δε διάβασε ποτέ του Μαρξ, μπορεί να μην ήξερε και να διαβάζει. Ένας βοσκός ήτανε και ήξερε για θεό του μόνο τις πλαγιές που πήγαινε το κοπάδι του, όπως όλοι οι βοσκοί του τόπου του, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Πήγε εκεί που τον πήγε η καρδιά του και το ντουφέκι του. Όπως και οι φαντάροι που βρίσκονταν απέναντί του, αθώα έρμαια ξένων συμφερόντων κι εκείνοι. Πολέμησε για τη δική του Ελλάδα, πολέμησε τους δικούς του τυράννους, για να 'ναι οι πλαγιές και πάλι δικές του. Κι εκείνοι οι τύραννοι έμειναν και βασίλεψαν, έκαναν περιουσίες κι εκείνος πέθανε τελικά σε ξένη πατρίδα, ως ανεπιθύμητος, ως κυνηγημένος. 
      Κι εκεί κάπου ήσουν κι εσύ. Ούτε εσύ είχες ιδέα τι θα πει Αριστερά, Δεξιά, ΠΑΟ, ΕΑΜ. Ήξερες όμως ν' αγαπάς. Καμιά φορά ανατριχιάζω, τρέμω κι εγώ όταν σκέφτομαι τι θα πέρασε το παιδικό σου κορμάκι στα χέρια εκείνων των ανθρωποειδών. Μίσησα μέσα μου το χέρι που σε χτύπησε, χέρι ελληνικό, τις βρισιές που θα σου ξεστόμισε, στα ελληνικά, για να του μαρτυρήσεις πού κρύβεται ο αδερφός σου, το αίμα σου. Κι εσύ ούτε που σκέφτηκες να τους το πεις, δεν υπήρχε μέσα σου αυτή η επιλογή. Δεν τους έδωσες τη χαρά κι ας σου άφησαν με τα χτυπήματά τους έναν κατεστραμμένο σβέρκο, ένα τσακισμένο κορμί. Σου χάρισαν κι ας μην το ήξεραν, ένα αετίσιο βλέμμα, μια καθαρή ψυχή. 
       Γιατί στα γράφω όλα αυτά, λες; Βρήκα, γιαγιά, τους απογόνους αυτών που σε βασάνιζαν. Κάτι ανθρωπόμορφα όντα, γοητευμένα από τη χιτλερική παράνοια, χαιρετούν όπως οι ναζί, υψώνουν σβάστικες ανάμεσα σε ελληνικές σημαίες και το χειρότερο, θεωρούν ότι είναι πιο Έλληνες κι από τους Έλληνες. Δεν ξέρω τι ήταν οι παππούδες τους, γιαγιά, δεν ξέρω τι τους μάθαιναν κι αν τους αγάπησαν ποτέ. Ξέρω ότι κουβαλάνε μαχαίρια και μιλάνε περίεργα, ξέρω ότι δεν τους πειράζει κανείς. Ό,τι δε γουστάρουν, το βαφτίζουν εχθρό του έθνους. Σηκώνουν χέρι και χτυπούν τους συνανθρώπους τους, άλλο να διαφωνείς, να μισείς κάποιον κι άλλο να τον χτυπάς. Το χειρότερο, ξέρω ότι όλο και περισσότεροι Έλληνες τους στηρίζουν, τους νιώθουν σαν όπλο δικό τους, εγώ όμως νιώθω ότι αυτό το όπλο θα στραφεί κάποια στιγμή εναντίον τους. Δε με νοιάζει που είναι αμόρφωτοι. Κι εσείς αμόρφωτοι ήσασταν αλλά γίνατε ήρωες. Και το λέω με περηφάνια ότι είστε πρόγονοί μου. 
       Ας είμαστε ειλικρινείς, γιαγιά. Δεν πήρα τίποτα από σένα, ούτε από τον αδερφό σου. Δεν πήρα το βλέμμα σας, δεν πήρα την καρδιά σας. Μόνο ένα μικρό κομματάκι μέσα μου φέγγει δικό σας και με κάνει, όποτε κοιτάζω τα βουνά, να μην ξέρω αν πρέπει να νιώσω πιο ελεύθερος ή πιο φυλακισμένος. Ξέρω μονάχα ότι όποτε περνούσα την πόρτα του σπιτιού σου, ένιωθα ότι δεν ήθελα τίποτε άλλο, ένιωθα πλήρης μέσα σ' εκείνη τη φτωχική φωλιά. Κι αυτό γιατί με αγάπησες αλλά και μ' έμαθες να αγαπάω. Και για την αγάπη αυτή που μου έδωσες, για τις πληγές στο σώμα σου, ξέρω ότι θα πολεμήσω ό,τι με πολεμά, μέχρι να γίνει το θολωμένο, νωθρό βλέμμα μου καθαρό σαν το δικό σου.


Αναμνηστική φωτό Ταγματασφαλιτών με τους Ναζί από την εκδρομή τους στο Δίστομο.



Ο Έλληνας τσολιάς, αντιπροσωπευτικό δείγμα της Άριας φυλής, στο πλευρό των Ναζί. Ο Γερμανός αξιωματικός τσεκάρει να δει ποιος την έχει πιο μεγάλη. Την καραμπίνα.





Τυπική συνάθροιση Ναζί στο Reichstag. Ο παρεξηγημένος χαιρετισμός των Ναζί είναι βαθύτατα ελληνικός, επηρεασμένος από τον χαιρετισμό των Ταξί, Ελλήνων αυτοκινητιστών, συνοδευόμενος από το μνημειώδες "Που πα' ρε γύφτο!".




Έλληνες συνεχιστές του μισοτελειωμένου ναζιστικού οράματος. Το 4ο Ράιχ ή Μνημόνιο και τα παλικάρια του.