Συνολικές προβολές σελίδας

Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

"Το Βάρος": Διήγημα για το Διαγωνισμό "ΛόγωΤέχνης"


Δε θα πω ψέμματα, τώρα τελευταία την έχω δει συγγραφέας κι έτσι, γράφοντας μικρές χαζοϊστοριούλες επί παντός επιστητού. Αυτός είναι κι ένας από τους λόγους που πλέον γράφω στο blog κάθε του αγίου. Τελευταία συμμετείχα και στο λογοτεχνικό διαγωνισμό ΛόγωΤέχνης (https://www.facebook.com/logotexnis?fref=ts) με το διηγηματάκι μου "Το Βάρος". Φυσικά, με 1469 συμμετοχές δεν είχα και καμιά τρελή προσδοκία αλλά γενικά είμαι του δόγματος "όπου γάμος και χαρά κι η Βασίλω πρώτη (στο ρόλο της Βασίλως ο Γιούρης ο Τέλλερ)". Οπότε, τέρμα ο πρόλογος, απολαύστε το αριστούργημα:


                                                         

                                                            "Το Βάρος"



Είχε αρχίσει να βραδιάζει όταν ο Φίλιππος γύρισε προς το μέρος μου και μου ψιθύρισε: «Έχω να σου πω». Τον κοίταξα μάλλον ανόρεκτα. Ήταν η πιο όμορφη στιγμή της ημέρας. Κόλαση στη δουλειά το πρωί, μαρτύριο μετά μέχρι να φτάσουμε στην παραλία, βουτιές στο νερό με τις ώρες και τώρα, επιτέλους, ησυχία δίπλα στη θάλασσα. Η άμμος είχε αρχίσει να δροσίζει και ο ουρανός φορούσε το βραδινό του πέπλο, έτοιμος για μια ακόμη γλυκιά, καλοκαιρινή νύχτα στο μικρό νησί.
-Τι είναι; Τον ρώτησα ενοχλημένος.
-Η Μυρτώ. Πρέπει να είναι έγκυος. Μου πετάει.
-Τι λες ρε; Φώναξα άθελά μου. Πού το ‘μαθες; Συνέχισα σε χαμηλότερη ένταση.
-Μου το ‘πε. Ή μάλλον, την άκουσα να το λέει. Ή μάλλον, το υπέθεσα.
-Θα αποφασίσεις;
-Ότι κάτι τη βαραίνει, λέει, ότι σκέφτεται να απαλλαγεί από αυτό, λέει
Η Μυρτούλα καθόταν παραπέρα και μιλούσε στο κινητό με τη μαμά της. Τα βρεγμένα, μαύρα της μαλλιά είχαν χωριστεί συμμετρικά πάνω στους ώμους της και θύμιζαν ουρά από χελιδόνι. Είχε καθίσει το λεπτό κορμάκι της πάνω στην άμμο και έπαιζε μηχανικά ανακατεύοντάς τη με το χέρι της.
-Παιδιά, φεύγουμε; Φώναξε. Σηκωθήκαμε κι οι δυο.
-Θα μου πεις μετά, είπα στον Φίλιππο.
Στο γυρισμό για την πόλη ήμουν προβληματισμένος. Πάντα ένιωθα κάτι για τη Μυρτώ αλλά ποτέ δεν το είχα παραδεχτεί. Μόνο όποτε μας κουβαλούσε κανένα καινούριο αμόρε, ανησυχούσα κάπως αλλά αυτό παραπήγαινε. Κι ειδικά με τον τελευταίο, το Βαλάντη, δεν ήθελα ούτε καν να το σκέφτομαι. Ο κλασικός Ελληνάρας. Μισάνοιχτο πουκάμισο, ρολόι μισό μηνιάτικο και το κλειδί από το αμάξι μονίμως για μπεγλέρι. «Στο πρώτο μας ραντεβού μου χάρισε ένα τριαντάφυλλο», έλεγε και ξανάλεγε η μικρή κοκκινίζοντας. Λίγο και θα ξερνούσα. Ποιος ξέρει από ποιο μνήμα θα το σούφρωσε.
                -Δηλαδή είσαι σίγουρος; Ξαναρώτησα το Φίλιππο όταν αφήσαμε τη Μυρτώ και μείναμε μόνοι στο αυτοκίνητο.
-Ε, σίγουρος… ‘Ντάξει… Μου τα μάσαγε. Εσένα τι σε νοιάζει; Με ρωτάει ξαφνικά.
-Τι με νοιάζει; Την κάτσαμε, κύριος, αν είναι έγκυος. Θα φύγει από τη δουλειά κάνα χρόνο και μετά, άντε ζήτα άδεια. Έκανα ελιγμό για να μην καρφωθώ. Δουλεύαμε στην ίδια ασφαλιστική εταιρεία κι οι τρεις και είχαμε γίνει παρέα. Εκεί γνώρισε και το Βαλάντη, ήταν μηχανικός.
 Δώσαμε ραντεβού στις έντεκα. Ήμασταν όλοι πτώματα αλλά δε γινόταν να μείνουμε μέσα μια τόσο όμορφη βραδιά. Ξεπλύθηκα στα γρήγορα και άρχισα να ντύνομαι. Είπα να κάνω μια βόλτα να ξεχαστώ. Αργούσαμε ακόμη για το ραντεβού αλλά κάτι μ’ έσπρωχνε να βγω να περπατήσω. Η πόλη ήταν γεμάτη κόσμο, γέρους, παιδιά, τουρίστες. Τα σώματά  μας περιπλανιόντουσαν στην πλατεία αλατισμένα απ’ τη θάλασσα και ψημένα, σαν τα καλαμπόκια πάνω στη σχάρα του πλανόδιου ψήστη.
Παρά το θόρυβο, μέσα στο μυαλό μου είχε απίστευτη ησυχία. Κλείστηκα για λίγο στον εαυτό μου κι άρχισα να σκέφτομαι. Βυθίστηκα σε αυτό το κάτι που είναι ανάμεσα στα όνειρα και τις αναμνήσεις, μακριά από όσα πραγματικά συνέβαιναν γύρω μου. Μπαίνω καμιά φορά εκεί μέσα και ξεχνάω να βγω, να ζήσω και να κάνω πράγματα. Ακόμη κι αν είμαι σίγουρος ότι αν τα κάνω, θα έχω περισσότερο υλικό για αναμνήσεις και όνειρα. Το σκούντημα ενός περαστικού με ξύπνησε.
-Επ, φιλαράκι!
Τι όμορφη κι ευχάριστη έκπληξη. Ο Βαλάντης με τη «συμπαθέστατη» παρέα του. Ίδια φάτσα όλοι τους. Συνέχισε χαμογελαστός ο λεβέντης.
-Θα βρεθούμε αργότερα, έμαθα;
Χαμογέλασα καταφατικά καταπίνοντας τη χολή μου κι έκανα να φύγω.
-Σι γιου λέητερ!  Είπε με απερίγραπτη προφορά και μου έσκασε μια μπασκετικού τύπου χειραψία που με ξέρανε. Μου ‘ρθε να τον κλωτσήσω.
Σκέφτηκα ότι δεν είχα καιρό για χάσιμο. Σε λίγο είχαμε ραντεβού κι εγώ έπρεπε να προλάβω τη Μυρτώ. Έτρεξα προς τη γειτονιά της.
Ευτυχώς ήταν ακόμη σπίτι κι ετοιμαζόταν. «Πέρνα» μου κάνει. Μπήκα στο μικρό της δωμάτιο που μύριζε ένας μεθυστικός συνδυασμός από σαμπουάν, άρωμα και κρέμα σώματος. Μου ‘ρθε να την αρπάξω και να τη φιλήσω.
-Είναι έτοιμοι οι άλλοι; Με ρώτησε δοκιμάζοντας μπροστά στον καθρέφτη κάτι σκουλαρίκια που είχε μπερδεμένα σε ένα μικρό κουτί.
-Ναι, λογικά. Ψέλλισα. Γραμμένους τους είχα, φυσικά. Εσύ;
-Τώρα, σε λίγο.
Μια περίεργη αφυδάτωση με κυρίεψε και άρχισα να ζεσταίνομαι υπερβολικά. Ίδρωνα σα γουρούνι και μιλούσα ακατάπαυστα, σχεδόν ενοχλητικά.
-Τι έπαθες παιδάκι μου; Γύρισε παραξενεμένη η μικρή. Με κοίταξε στα μάτια χαμογελώντας μ΄ εκείνο το βλέμμα το σίγουρο. Ότι ξέρει και πολύ καλά μάλιστα.
-Θα έρθει κι ο Βαλάντης. Αλήθεια, πώς σου φαίνεται;
«Θα σου ‘λεγα τώρα» σκέφτηκα να της πω αλλά μαζεύτηκα. Εσύ ξέρεις, της απάντησα.
-Πιστεύεις ότι ταιριάζουμε;
-Τι να σου πω ρε Μυρτώ, είπα προσπαθώντας να υγράνω το λαρύγγι μου. Ήταν σαν να είχα καταπιεί χώμα. Αρκεί να περνάτε καλά, ξέρω ‘γω. Έστριβε το μαχαίρι στην πληγή η ρουφιάνα.
Σαν ετοιμάστηκε και σημαιοστολίστηκε βγήκαμε επιτέλους από το μικρό δυαράκι στον καθαρό αέρα. Έπρεπε οπωσδήποτε να πιω κάτι αλλιώς θα πέθαινα. Κατεβήκαμε στο «Άλμπατρος» όπως πάντα και καθίσαμε έξω. Εγώ, ο Φίλιππος, δυο κοπέλες από το γραφείο, η Μυρτώ και φυσικά ο αγαπημένος Βαλάντης να τη χουφτώνει αδιακρίτως.
Αφού κατέβασα δυο τρία μαρτίνι λες κι ήταν γάλα, σηκώνεται η μικρή με το ποτήρι στο χέρι και ζητά να κάνουμε ησυχία.
-Θέλω να σας ανακοινώσω κάτι.
-Ωχ, ψιθύρισα και γύρισε ο Φίλιππος.
-Ήρθε η ώρα να γυρίσω σελίδα στη ζωή μου. Να ξεκινήσω από την αρχή. Κοιταχτήκαμε απορημένοι.
Πήρα μετάθεση για Αθήνα!
Μια βουβαμάρα έπεσε στο τραπέζι. Μόνο ο Βαλάντης ακουγόταν που είχε πνιγεί από ένα πατατάκι και έβηχε απελπισμένος. Μια από τις κοπέλες τον χτυπούσε στην πλάτη, χαϊδεύοντας παράλληλα τους γραμμωμένους του μύες.
Εμείς συνεχίσαμε να κοιταζόμαστε αμήχανοι. Τι να πεις; Αν χαρείς, είναι σαν να τη διώχνεις. Αν δε χαρείς, είναι σαν να μη νοιάζεσαι. Τελικά με ένοιαζε ή όχι; Αρχίσαμε όλοι να χαμογελάμε και να της δίνουμε συγχαρητήρια.
-Είχα ένα βάρος μέσα μου τόσο καιρό! Επιτέλους το πέταξα από πάνω μου!
-Α, το βάρος, έκανε ο Φίλιππος με ένα ηλίθιο βλέμμα.
Μην ξέροντας αν έπρεπε τελικά να χαρώ ή όχι, γύρισα και χαμογέλασα στην άλλη από τις δυο κοπέλες της παρέας που με κοιτούσε εδώ και λίγη ώρα. Ο Βαλάντης κατέβαζε με μανία ένα ποτήρι νερό μπας και συνέλθει. Πήρα το γυάλινο μπολ και το έστρεψα προς το μέρος του με νόημα.
-Πατατάκι

Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013

Κι όμως, πάνε δυο χρόνια.


Την πρώτη του Μάρτη έκλεισα δύο χρόνια από τότε που επέστρεψα στην Κοζάνη. Δυο χρονών και κάτι είναι και τούτο το blog μιας και το έφτιαξα με το που εγκαταστάθηκα πίσω στην πόλη μου, για να προλάβω το άγριο κύμα βαρεμάρας που έβλεπα να ‘ρχεται.
Τότε ακόμη δεν το καταλάβαινα. Σκοτείνιαζε νωρίς κι η οικογενειακή θαλπωρή ήταν κάτι που είχα ξεσυνηθίσει αλλά άρχισα να ξανασυνηθίζω και μάλιστα αρκετά εύκολα. Ακόμα δεν καταλάβαινα την απουσία των φίλων που άφησα στην Κέρκυρα. Μου φαινόταν λες και θα τους ξανάβλεπα σε λίγες μέρες ώσπου πέρασαν κάποιοι μήνες για να συνειδητοποιήσω ότι πλέον γύρω τους είχε μπει ένα πανέμορφο κάδρο, σαν από αναμνηστική φωτογραφία.
Το καινούριο κατάστημα ήταν μικρότερο από το προηγούμενο και με λιγότερους υπαλλήλους. Πέτυχα και μέρα συντάξεων οπότε δεν είχα και πολύ χρόνο να επεξεργαστώ την καινούρια κατάσταση. Απλά μπήκα στην καινούρια «τρύπα» μου κι άρχισα να εξυπηρετώ τον κόσμο μηχανικά, ίσως και λίγο φοβισμένα. Δεν ήξερα κανέναν εκεί. Είχα κάνει τόσο κόπο να έρθω πίσω, στον τόπο που θεωρούσα πατρίδα μου και δεν έβλεπα ούτε ένα γνώριμο πρόσωπο. Άγνωστα επίθετα, ανοίκειες φάτσες και μια κρύα, μαγκωμένη προφορά που δεν είχε καμιά σχέση με το μπρίο και την ευφράδεια των επτανησίων.
Σε μια ξένη χώρα μπορεί και να ένιωθα και πιο οικεία. Στην παλιά μου πατρίδα όμως ένιωθα πιο ξένος από ποτέ. Ίσως επειδή τίποτα δεν ήταν ίδιο με πριν. Οι παλιοί μου φίλοι είχαν σκορπίσει, άλλοι παντρεύτηκαν και άλλαξαν εντελώς τις συνήθειές τους ενώ άλλοι χάθηκαν στην προσωπική τους νιρβάνα, στο μεγάλο εσωτερικό τους ταξίδι. Άνεργοι οι περισσότεροι, μοίραζαν το χρόνο τους ανάμεσα στα ιδιότυπα χόμπι τους και τις ατέλειωτες, άσκοπες βόλτες τους στα περίχωρα της πόλης. Περνούσαμε ώρες αμίλητοι μπροστά από κούπες με καφέ ή ένα καραφάκι με τσίπουρο, ανταλλάσσοντας πότε πότε μια άσκοπη κουβέντα ή κανένα καλαμπούρι από τα παλιά, δημιουργώντας ο ένας στον άλλο μια ψευδαίσθηση οικειότητας.
Ένα πρωί, κοντά στα μέσα του Μάρτη, άρχισε να χιονίζει. Όταν βγήκα από το σπίτι το είχε ήδη στρώσει. Περπατούσα μέσα στην παγωμένη ατμόσφαιρα προσπαθώντας να θυμηθώ πόσο καιρό είχα να το ζήσω αυτό. «Εγώ πάντα εδώ ήμουν, χαζούλη», έμοιαζε να μου λέει το χιόνι καθώς έπεφτε πάνω στη σαστισμένη μου φάτσα. Ήταν μέρα πληρωμών πάλι και η τράπεζα ήταν ως συνήθως γεμάτη κόσμο. Πλήρωνα έναν έναν τους ηλικιωμένους με τον ίδιο μηχανικό τρόπο ώσπου μια στιγμή κάποια φωνή μου απευθύνθηκε με το όνομά μου. Σήκωσα το βλέμμα και αντίκρισα μια κυρία που έμενε στη γειτονιά που μεγάλωσα. Θα είχα να τη δω και είκοσι χρόνια. Στην αρχή δε μου θύμιζε κάτι αλλά όταν χαμογέλασε πέρασαν από μπροστά μου ένα σωρό αναμνήσεις. Ερχόταν κατευθείαν από μια εποχή της ζωής μου που ακόμη έμοιαζε με παραμύθι γεμάτο παιχνίδια, ξωτικά κρυμμένα κάτω από το κρεβάτι και ατέλειωτες αγκαλιές. Της χαμογέλασα κι εγώ με τη σειρά μου και ξαφνικά ζεστάθηκα, παρά το χιόνι, παρά τα παγωμένα μου πόδια. 
Τότε συνειδητοποίησα ότι είχα επιστρέψει στο σπίτι μου, στον τόπο που με μεγάλωσε κι ότι, αν ήθελα, μπορούσα να συνεχίσω να ζω το δικό μου παραμύθι. Γνώρισα πολλά ξωτικά, πολλά χαμόγελα αλλά και μεγάλες συννεφιές. Δεν κατάλαβα πως πέρασαν αυτά τα δυο χρόνια αλλά αυτό που ξέρω, είναι ότι μάλλον πέρασαν καλά. Και τα πράγματα πήραν μια πολύ όμορφη τροπή όταν, μια μέρα με πάρα πολύ κόσμο κι ενώ οι ταμίες δουλεύαμε σαν δαιμονισμένοι, σκαρφίστηκα το παρατσούκλι «uri teller».