Συνολικές προβολές σελίδας

Δευτέρα, 28 Ιανουαρίου 2013

Το ήσυχο τσογλάνι


Έχοντας φτάσει να είμαι ταμίας κοντά στα επτά χρόνια, έχω αναγάγει σε υπέρτατη αξία το να μπορεί ένας άνθρωπος να κάνει τη δουλειά που πραγματικά τον ευχαριστεί και τον γεμίζει. Τα λεφτά, σε ποσοτικό επίπεδο, τα έχω χεσμένα προ πολλού. Με την έννοια, φυσικά, ότι δε θα χάσω μια ζωή προσπαθώντας να κάνω περιουσία αλλά θα προτιμήσω να κάνω τις μέρες μου όσο γίνεται πιο δημιουργικές. 
Όταν κάνεις μια απλή, διεκπεραιωτική δουλειά όπως το να είσαι ταμίας, πωλητής, σερβιτόρος κλπ, ξέρεις εκ των προτέρων ότι η ζωή σου είναι αλλού. Σε κάποια παραλία, σε κάποιο μακρινό μέρος που το φτιάχνεις όπως το θες εσύ, σε μια αγκαλιά που ποτέ δε θα νιώσεις κλπ. Πάντως όχι πίσω από ένα γκισέ ή με ένα δίσκο στο χέρι ή τέλος πάντων, στην κωλότρυπα που δουλεύεις για να βγάζεις τα προς το ζην. 
Περιττό να σας πω πόσο έχω ταξιδέψει πίσω από το γκισέ. Σε πόσα μέρη έχω πάει, πόσα φανταστικά κορίτσια έχω γνωρίσει, πόσες μουσικές έγραψα με το μυαλό μου και ύστερα τις ξέχασα μέχρι το σχόλασμα. Πάντα κάτι έβρισκα να απασχολούμαι όσο μου γκρίνιαζε ο παππούς με τα δεκαπέντε βιβλιάρια για να μην τρελαθώ. Πιο πολύ για να μη γεράσω πριν την ώρα μου και του μοιάσω. 
Έβρισκα παιχνίδια. Σα μικρό παιδί, έβρισκα πράγματα να απασχολώ το μυαλό μου λες κι έπαιρνα μέρος σε διαγωνισμούς και περίεργα στοιχήματα. Αν είχαμε πχ πολλά εικοσάευρα στο κατάστημα, προσπαθούσα να τα διώξω όλα μέχρι τις δυόμιση. Αν είχαμε πολύ κόσμο, έβαζα στοίχημα με τον εαυτό μου ότι θα ξεμπέρδευα μαζί τους μέχρι πχ τη μια το πολύ. Αν έμπαινε κανένα κορίτσι που να μου άρεσε, την έβαζα "σημάδι" και προσπαθούσα να πετύχω το νούμερό της. Όλα αυτά με απόλυτη μυστικότητα και πονηριά.
Πολλές φορές με έπιαναν περίεργες εμμονές. Έπρεπε να νομίσματα να είναι στο ακέραιο, να μην περισσεύει κανένα ή να προσπαθήσω να βγάλω τη μέρα με ελάχιστα, ζητώντας κέρματα από τους πελάτες ή μαγειρεύοντας έτσι τα ποσά των συναλλαγών ώστε να μη χρειάζονται ρέστα. Σαν να έπαιζα στα φλιπεράκια ή στο ατάρι κάποιο παιχνίδι που είχα φτιάξει εγώ ο ίδιος. Ξαφνικά, ήμουν στο Space Ιnvaders και σημάδευα τους συνταξιούχους με τη συσκευή των αριθμών προτεραιότητας. Αυτά τα μικρά στοιχηματάκια, τα αυτοσχέδια παιχνίδια κι οι περίεργες αταξίες με κρατούσαν ζωντανό όσο περνούσαν οι μέρες μέχρι να φτάσει η Παρασκευή, η αργία ή η άδεια.
Έτσι ήμουν από μικρός: ένα ήσυχο τσογλάνι. Καθόμουν στη γωνιά μου μέχρι να μπει ο διάολος μέσα μου και να την κάνω τη ζημιά. Εκείνη τη συναρπαστική, πανέμορφη ζημιά. Κι όσο μεγαλώνω τόσο προσπαθώ να κρατήσω ακμαίο αυτό το ξωτικό που έχω μέσα μου και που αναγκαστικά το κρύβω για να μη με κοροϊδεύουν οι γύρω μου. Δε φοβάμαι τόσο να εκτεθώ. Πιο πολύ φοβάμαι μη μου φύγει. Γιατί αυτό μπορεί χωρίς εμένα αλλά εγώ δε θα τη βγάλω χωρίς αυτό.