Συνολικές προβολές σελίδας

Τετάρτη, 28 Δεκεμβρίου 2011

Πάσιβ Αγκρέσιβ Μέρος 1ον


Παθητική επιθετικότητα.

ΠΕ : Όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει τον έμμεσο και, πολλές φορές, ύπουλο τρόπο με τον οποίο ένα άτομο αντιδρά με επειδή δε μπορεί να εκφράσει ευθέως τα συναισθήματά του.
Συνήθως αυτή η συμπεριφορά πηγάζει από την παιδική ηλικία και από περιπτώσεις όπου το παιδί δεν είχε τη δυνατότητα να εκφράσει αυτό που πραγματικά νιώθει, φοβούμενο τις αντιδράσεις του περίγυρού του. Υιοθετεί λοιπόν μια συγκεκαλυμένη συμπεριφορά που δε μπορεί να θεωρηθεί επίθεση αλλά προκαλεί εν τούτοις σύγχυση και εκνευρισμό στο “θύμα” του.

Όπως καταλάβατε, μιλάμε για διαστροφάρα.

Ένα τυπικό παράδειγμα είναι η κλασική, σπαρακτική αλλά χαμηλόφωνη ατάκα της μαμάς "Βγείτε εσείς παιδιά μου, περάστε εσείς καλά κι αφήστε με εμένα εδώ, μονάχη". Στην ουσία σου λέει «ρε κωλόπαιδο, τόσο γραμμένη την έχεις πια τη μάνα σου;».

Ένα άλλο είναι ο επίσης κλασικός διάλογος "Τι έχεις;", "Τίποτα" που συναντάται συχνά σε ζευγάρια. Εκείνη τη στιγμή το «τίποτα» δε σημαίνει παρά: «τόλμα να κάνεις τον αδιάφορο και την π….σες».

Κι επειδή, όπως προείπα, πρόκειται για πρώτης τάξεως διαστροφή, πού αλλού θα έβρισκε πλήρη εφαρμογή; Άαα γειά σου.

Στο ταμείο λοιπόν όπως και σε κάθε περιβάλλον εξυπηρέτησης πελατών, οι εντάσεις και οι διαφωνίες μεταξύ πελατών και υπαλλήλων είναι συχνό φαινόμενο και απαιτούν έξυπνη μεταχείριση.  Έλα όμως που τα πράγματα εδώ δεν είναι εύκολα για τον υπάλληλο. Δε μπορείς να απαντήσεις στον πελάτη όπως θα 'πρεπε γιατί ανά πάσα στιγμή, έχει δεν έχει δίκιο (μαντέψτε με τι αναλογία), μπορεί να σου κάνει αναφορά και να σε ακολουθεί για πάντα.
Οπότε το μόνο που σου μένει είναι να πας μέσα στην τουαλέτα και να ξεστομίσεις τα γαμωσταυρίδια σου άνετα, να κάνεις ένα τσιγάρο να χαλαρώσεις, να πας σπίτι και να παίζεις μποξ με το μαξιλάρι σου όλο το βράδυ ή να κάνεις άγριο, μεσημεριάτικο σεξ στη γυναίκα σου χωρίς να της δώσεις περαιτέρω εξηγήσεις (οκ αυτό παλεύεται αλλά δεν είναι εκεί το θέμα μας).
Τι άλλο μπορείς να κάνεις λοιπόν όταν σου τη σπάνε κι απλά δε μπορείς να είσαι ο εαυτός σου; Σωστά. Παθητική επιθετικότητα to death!



Παράδειγμα 1:

Σκάει ο κλασικός τύπος μεταξύ 35- 60, πρώην οικοδόμος/ντελιβεράς/γκαρσόνι και νυν «επιχειρηματίας», τα χρέη του οποίου ανταγωνίζονται εκείνα ενός μικρού δήμου της ελληνικής επικράτειας. Σου φέρνει –εννοείται πάντα μετά τις 2.24- την κλασική αρμαθιά με λογιών-λογιών «χαρτονομίσματα», ανακατεμένα, τσαλακωμένα κι ιδρωμένα, σαν χρωματιστά κωλόχαρτα. Τα μετράς και κλασικά είναι λιγότερα από αυτά που σου έχει πει αρχικά να καταθέσεις, άσε που η μηχανή καταμέτρησης απ’ το πολύ μάσημα έβγαλε μήνυμα RU SERIOUS?. Το πρόγραμμά μας συνεχίζεται με ακάλυπτες επιταγές, ένα κάρο ληξιπρόθεσμα και ό, τι άλλη κωλοσυναλλαγή υπάρχει διαθέσιμη. Του λες με ευγενικό και εύσχημο τρόπο ότι είναι εντελώς για τον πούτσο και αυτός και η επιχείρησή του κι αυτός σε κοιτάει λες και του είπες ότι είναι εντελώς για τον πούτσο και αυτός και η επιχείρησή του.            

 Αντιμετώπιση: Α, όλα κι όλα, τις πρώτες δυο τρεις φορές θα τη φας. Μάλιστα, ο τυπάς θα αποκτήσει σταδιακά το υφάκι “youre my bitch” κάθε φορά που θα σε πετυχαίνει. Εδώ είναι που θα εξαντλήσεις και τα 100 μιλιγκράμ «εξουσίας» που έχεις σαν υπάλληλος και μάλιστα όσο πιο καταχρηστικά μπορείς. Με το που τον δεις ή τον μυρίσεις –έχει μια χαρακτηριστική μυρωδιά- ετοιμάζεσαι: Πλησιάζει, σε κοιτάει και, πάνω που ο εγκέφαλος έχει δώσει εντολή για να φορέσει το γνωστό αυτάρεσκο υφάκι, σηκώνεσαι, σκας ένα κωλοπαιδίστικο μειδίαμα και φεύγεις για «διάλειμμα», αφήνοντάς τον στα κρύα του λουτρού (το οποίο, παρεμπιπτόντως, έχει να επισκεφτεί αρκετό διάστημα). Έρευνες όμως έχουν αποδείξει ότι αυτή η πρακτική μπορεί να γίνει ακόμα πιο σπαστική αν, την ώρα που σηκωθείς, τεντωθείς κιόλας. Επιστρέφεις στις 2.29 ακριβώς και, εκεί που είναι έτοιμος να εκραγεί, του πετάς με νάζι «μα, τι ώρα είναι αυτή που έρχεστε;».



Παράδειγμα 2:

Είναι 2.29 και η μέρα ήταν  κάτι παραπάνω από χαλαρή. Εκεί όμως που ετοιμάζεσαι να κλείσεις, σκάει μύτη το κλασικό αρχίδι που ξέρει, λέει, τον διευθυντή -αν κ ο ίδιος ο διευθυντής παίρνει όρκο ότι δεν τον έχει ξαναδεί στη ζωή του- και επιμένει να εξυπηρετηθεί. Έχει μάλιστα φορέσει στη μάπα του κι εκείνο το σαρδόνιο χαμόγελο της αυτοπεποίθησης, σίγουρος ότι θα εξυπηρετηθεί ό, τι και να γίνει.

Αντιμετώπιση: "Αυτή την ανάληψη θα τη θυμάσαι, φιλαράκι", σκέφτεσαι από μέσα σου. Ο τυπάς έκανε τη μαλακία να σκάσει μύτη αμέσως μετά τον προηγούμενο, οπότε μ’ ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Σου λέει το ποσό ανάληψης, το γράφεις, κάνεις τη συναλλαγή και βγάζεις με χάρη από το ταμείο σου όλα τα γλιτσιασμένα χαρτονομίσματα που σου άφησε προίκα ο προηγούμενος. Ο μάγκας τα χάνει για λίγο αλλά κουμάντο εκείνη τη δύσκολη ώρα κάνεις εσύ. «Μόνο αυτά έχουμε», του λες έτοιμος να σκάσεις στα γέλια και, κλασικά, «λυπάμαι».




Παράδειγμα 3:
Το επόμενο κλασικό παράδειγμα Ελληνάρα μου σπάει τόσο πολύ τα νεύρα που μου έρχεται να στείλω στη Μέρκελ ευχαριστήρια επιστολή για το στραπ ον που μας φοράει σαν έθνος τα τελευταία χρόνια. Θα μου πεις, χαλιέσαι για μικρολεπτομέρειες; Ε, και μια καρφίτσα μικρολεπτομέρεια είναι αλλά αν σου μπει στο μάτι αλλάζεις γνώμη αρκετά γρήγορα.           
  
Χτυπάς νουμεράκι και σκάει πελάτης.
-Καλημέρα σας.
-Χίλια ευρώ.
-Ναι, καλημέρα σας είπα.
-Χίλια ευρώ ανάληψη.
-Καλά τόσο κάφρος είσαι; Σου είπα καλημέρα, πες μου κι εσύ «καλημέρα»!
-Χίλια ευρώ.
            -Μα, δεν είναι κάτι, μια λεξούλα είναι, ΠΕΣ ΤΗ ΝΑ ΠΑΕΙ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ!
            -Χίλια ευρώ.
            -Γαμιέσαι.
             -Και κάνε μου και μια ενημέρωση.
          
      ‘Ντάξει, ο διάλογος δεν ισχύει αλλά το νόημα το πιάσατε. Ο τύπος προτιμά να γυρίσουμε όχι στη δραχμή αλλά και στο φοίνικα άμα λάχει παρά να σου πει έστω και «‘μέρα». Μερικοί μάλιστα δεν καταδέχονται να ανοίξουν το στόμα τους ούτε καν για να σου πουν τι θέλουν και νομίζεις ότι ήρθε να κάνει ανάληψη η Λάσι. Μέχρι και το ποσό με γρυλίσματα το λένε. Όπως και να ‘χει, θεωρώ απαράδεκτο να λες καλημέρα σε κάποιον και να μη σου απαντάει, λες και του ‘κανες τίποτα. Όσα βάσανα και να έχεις, ό, τι κι αν σου έχει συμβεί, αν δε μπορείς να φερθείς με την υποτυπώδη ευγένεια, τότε δε σου αξίζουν κι όσα καλά ενδεχομένως σου τύχουν.

Αντιμετώπιση: Στην πρώτη κρυάδα, ξεκινάς τη συναλλαγή αμίλητος και αφόρητα cool. Σε λίγο και χωρίς να έχει αντιληφθεί ο τύπος ότι τσατίστηκες, θα σε ρωτήσει κλασικά κάτι για το λογαριασμό, για το υπόλοιπο του δανείου, κάτι άσχετο τέλος πάντων. Εσύ συνεχίζεις αμίλητος. Εκείνος επιμένει, σε ξαναρωτάει αλλά εσύ στον κόσμο σου. «Ρε, θα μου πεις καμιά ώρα;», τίποτα εσύ. Του  δίνεις την απόδειξη, τα ρέστα κι εκεί που έχει πάρει το ύφος του ντερεκιού με τις αλυσίδες από τους 300 (του μοιάζει κιόλας) και σου κάνει την ίδια ερώτηση για τέταρτη φορά κατακόκκινος, του μουρμουρίζεις: «Με ρωτήσατε κάτι;»

Παράδειγμα 4:

Έχεις αναλάβει το ταμείο εμπόρων. Αυτό το πουστόποστο που νομίζεις ότι είναι πιο χαλαρό από το κανονικό ταμείο αλλά στην πραγματικότητα είναι χειρότερο κι από επίσκεψη στο Σαπωνοποιείο "Άουσβιτς". Εκεί που κάθεσαι αραχτός και ξύνεις ό, τι τέλος πάντων σε ξύνει, σκάνε μέσα πέντε μεγαλέμποροι που όλοι διατείνονται ότι είναι γαμώ τους πελάτες και δεν καταδέχονται με τίποτα να μπούνε στη σειρά ο ένας πίσω από τον άλλο.
Τι κάνουν λοιπόν αυτοί οι πρωτεργάτες του αριστοκρατικού σαβουάρ βιβρ; Κάθονται όοολοι μαζί από πάνω σου, κόβοντάς σου τον αέρα από κάθε πιθανή δίοδο. Αρχίζουν όλοι μαζί συνομωτικά να σε κοιτάζουν επίμονα, να χτυπούν νευρικά τα χέρια τους στο γκισέ, να ξεροβήχουν με "νόημα", να σιγομουρμουρίζουν κάτι προσβλητικό για την Παναγία σου, πιστεύοντας ότι έτσι θα βιαστείς περισσότερο. Μα καλά, τόσο μαλάκας φαίνεσαι;

Αντιμετώπιση: Παίρνεις βαθιά αναπνοή, χαλαρώνεις, αυτοσυγκεντρώνεσαι. Αυτό που ετοιμάζεσαι να κάνεις, χέστη υπαλληλάκο, απαιτεί απίστευτη δύναμη και προετοιμασία. Φαντάζεσαι ότι γύρω σου δεν υπάρχει κανείς, είσαι στην κορυφή ενός απόκρημνου βουνού. Συνεχίζεις τις συναλλαγές με τον πιο αργό, εκνευριστικό και βασανιστικό τρόπο, σαν ασκήσεις κουνγκ φου με μουσική υπόκρουση γιαπωνέζικο φλάουτο.
Ελέγχεις μέχρι και το παραμικρό στοιχείο της συναλλαγής και κοιτάς ένα-ένα τα πενηντάευρα στο φως "μην είναι κανένα πλαστό". Αν σε ρωτήσουν κάτι, πριν μιλήσεις, δαγκώνεις πρώτα λίγο κουλούρι και μετά μιλάς δυνατά, ψεκάζοντας σουσάμι και σάλια προς κάθε …ενδιαφερόμενο.
Σε λίγο η ασφυκτική εντροπία που έχει κατακλύσει το ταμείο αρχίζει και περικυκλώνει τους "μεγαλέμπορους" που την προκάλεσαν κι έτσι ένας-ένας την κάνουν τσατισμένοι κι έτοιμοι να σκάσουν. Την άλλη φορά που θα έρθουν, ίσως σκεφτούν να φερθούν λίγο πιο κόσμια.

                                                                                                                               (Συνεχίζεται...)



Δευτέρα, 12 Δεκεμβρίου 2011

Ανήμερα τ΄ Αγιού.




      Ξύπνησα αργά, όπως αρμόζει σε κάθε αργία και κατέβηκα με το πάσο μου στο κέντρο, εκεί που είχαμε κανονίσει για καφέ. Ο καιρός μουντός αλλά γλυκός, ούτε ζεστός ούτε κρύος.
     Όλοι γύρω μας καλοντυμένοι, οι γυναίκες όλες με ωραία χτενίσματα, τα παιδιά στριμωγμένα στα καλά τους, να τρέχουν ζωηρά στην καφετέρια. Μόνο εμείς, τυπικοί, καθημερινοί, αξύριστοι, είχαμε το ευπρεπές θράσος απλά να αράζουμε και να απολαμβάνουμε τον καφέ μας όταν όλοι γύρω γιόρταζαν. Και γιόρταζαν φωναχτά, χαρούμενα ενώ εμείς, οι ξένοι σε αυτό τον τόπο απλά ξεκουραζόμασταν βλέποντας σε τούτη τη μέρα, μια μέρα τυπική σαν όλες τις άλλες.
     Κατηφορίσαμε το μεσημέρι για τα σπίτια μας. Θα διασχίζαμε τη Βουλγάρεως κι ύστερα ο καθένας στο δρόμο του. Έκανε πως έβρεχε, η πόλη ησύχαζε κι ετοιμαζόταν για τη βραδινή της γιορτή. Γύρω μας όλοι με μια σακούλα στο χέρι, ένα γλυκό, μια γραβάτα, ένα παιχνίδι για το μικρό, για κάπου  ετοιμάζονταν, έβρισκαν γνωστούς στο δρόμο, αντάλλαζαν ευχές...
     Κοιτούσαμε και δε σχολιάζαμε, σαν να μην καταλαβαίναμε τι συμβαίνει ενώ απλά δε μας έκανε καρδιά να παραδεχτούμε ότι εμείς δεν ήμαστε κομμάτι αυτής της χαράς. Νιώθαμε κι ας μην το ομολογούσαμε, ένα κρύο στους ώμους και στις πλάτες μας, έτσι που όλοι αγκαλιάζονταν μεταξύ τους κι εμείς μονάχοι, απλά περπατούσαμε ανάμεσά τους. Κι όμως, ήταν ωραία.
    Τα φτωχόσπιτα στο κέντρο, οι παλιές πολυκατοικίες οι λιωμένες από την υγρασία άνοιγαν τα ζεστά πορτοκαλιά τους φώτα και περίμεναν τον κόσμο, συγγενείς, φίλους, αγαπημένους. Μια γλυκιά φασαρία από ευχές και φωνές, δώρα και όμορφα πανωφόρια. Όλη η πόλη μύριζε λουκουμάδες κι αγάπη, λες και οι κάτοικοί της ράντιζαν γελώντας ο ένας τον άλλο με μέλι και κανέλα και έμοιαζαν, έτσι αγκαλιασμένοι, με μικρά κεσεδάκια.
   Γύρισα σπίτι, ψευτομαγείρεψα ό,τι βρήκα πρόχειρο και τυλίχτηκα στην κουβέρτα, μπροστά στην τηλεόραση. Σαν μ' έπαιρνε ο ύπνος, σκεφτόμουν όλους εκείνους τους Σπύρους που είχαν την τιμητική τους σήμερα είτε τους είχα γνωρίσει στο γκισέ είτε τους ήξερα από κάπου.
    Ο μπαρμπα Σπύρος, ο εβδομηντάχρονος εκείνος λεβέντης, χρόνια στο χωριό με τις ελιές του και τα πορτοκάλια του, τώρα συνταξιούχος έμενε στην Αλεπού μαζί με την κόρη του. Ή ο Σπυρέτος, λογιστής, λίγο μεγαλύτερος, που ετοιμαζόταν να παντρευτεί το καλοκαίρι. Ή ο Σπυράκος, ο πιτσιρικάς που ερχόταν με τη μητέρα του στην τράπεζα, με το βλέμμα όλο φωτιά και τα τσουλούφια να καλύπτουν το εφηβικό του μούτρο, που όλο βιαζότανε.
    Κι η Σπυριδούλα, η γιαγιά από τους Καστελάνους που τόσο μου θύμιζε τη δική μου γιαγιά. Πιστεύω αν δε μας χώριζε ο γκισές θα μου χάιδευε τα μαλλιά κάθε φορά που ερχόταν να πάρει τη σύνταξή της. Τόση αγάπη έκρυβε το βλέμμα της.
    Κι ήταν κι εκείνη η μικρή, αν την έλεγαν Σπυριδούλα, με τα κόκκινα μάγουλα και τα κατάξανθα μαλλιά, να κρύβουν τα μεγάλα ματάκια της καθώς περπατούσε βιαστική για να πάει στη δουλειά της.
Εκείνα τα μάτια που κρυβαν τέτοια τεράστια μοναξιά, μια λύπη που πλάκωνε σαν ταφόπλακα την ομορφιά της ηλικίας της και που όλη μέρα τη σκεφτόμουν έστω και για λίγα δευτερόλεπτα αν την έβλεπα μπροστά μου.
    Έτσι ήθελα, καθώς κατέβαινα στην πόλη το βράδυ, να μάθαινα που έμενε και να της χτυπούσα το κουδούνι. Θα είχα στα χέρια μου ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα και μια σοκολάτα και μόλις άνοιγε, θα την αγκάλιαζα και θα της έλεγα να μη νιώσει ποτέ ξανά μόνη, να μάθει ότι υπήρχε κάποιος που τη σκεφτόταν μέρες, μήνες τώρα. Κι ας μην ήταν ερωτική η αγκαλιά, ας ερχόμουν σαν φίλος, σαν μεγάλος αδερφός, σαν φύλακας άγγελος να επιστρατεύσω όλες μου τις δυνάμεις μήπως και χαμογελάσει.
    Και να βγει, να γιορτάσει με τις φίλες της και να γλεντήσει αυτή την ολόδική της νύχτα όπου ήθελε. Κι αν δεν της έφταναν τα λεφτά, θα της έδινα εγώ, το τζην μπουφανάκι που έσφιγγε το μικροκαμωμένο κορμί της μαρτυρούσε ότι ήταν από φτωχή οικογένεια. Κι αυτή για αντάλλαγμα θα μου χάριζε ένα χαμόγελο, που θα φώτιζε επιτέλους το όμορφο μουτράκι της.
    Και σαν θαύμα του καλόκαρδου άγιου, εκείνο το βράδυ που περνούσε με τη φίλη της από το πεντοφάναρο, σας το ορκίζομαι ότι με είδε και μου χαμογελασε, κι ας λέτε εσείς ότι απλά γελούσε με την κολλητή της που πάλι έπεσε πάνω σ' ετούτο τον τρελό που τη χαζοκοιτάει μέρες, μήνες τώρα.
    Δευτερόλεπτα πριν χαθεί απ τα μάτια μου, κατέφτασε κι η παρέα και για λίγο δεν πρόλαβα να τους τη δείξω. Καλύτερα λέω, μη με πάρουν πάλι στο ψιλό. Καθίσαμε. ήπιαμε το ποτό μας και κατηφορίσαμε πάλι τη Βουλγάρεως, σιωπηλοί, αμήχανοι, μόνοι. Αύριο πάλι δουλειά.