Συνολικές προβολές σελίδας

Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

Ταυτότητα παρακαλώ!

    

Ταυτότητα: Αρκετά δημοφιλές "gadget" που πρέπει να κουβαλάμε όλοι ούτως ώστε να πιστοποιούμε σε αγνώστους την πραγματική μας υπόσταση και τη νόμιμη ύπαρξή μας σε τούτο τον μάταιο κόσμο. Δεν πα' να 'σαι ο τιμιότερος άνθρωπος του κόσμου, με στρωμένη δουλειά και ευτυχισμένα παιδικά χρόνια, πεθερά διαμάντι και ωροσκόπο Ταύρο, αν δεν κουβαλάς μαζί σου ταυτότητα είσαι για την κοινωνία ένα με τα τζάνκια που βολτάρουν στη Ναυαρίνου (χρόνια έχω να περάσω απο' κει, τεσπα...).
      Ως ταμίας η σχέση μου με τις ταυτότητες ήταν πάντα μια σχέση μίσους και πάθους. Μίσους γιατί απλά έχουν περάσει από πάνω τους τα δακτυλικά αποτυπώματα όλων των δημοσίων υπαλλήλων του νομού κι όμως πρέπει να περάσουν κι από τα δικά μου και πάθους γιατί αν δεν την κουβαλάς μαζί σου και θες λεφτά -και μάλιστα τα ζητάς με υφάκι- παίρνω κι εγώ το ύφος "ναζιάρικο κουταβάκι" (κεφάλι ελαφρώς κεκλιμένο προς τα δεξιά, αθώο βλέμμα και σπαστικό χαμόγελο) και λέω "Λυπάμαιαι!" με τον ακριβώς αντίθετο τόνο φωνής που θα άρμοζε στην εν λόγω λέξη.
      Έχουν όμως και οι ταυτότητες έναν κώδικα δικό τους που μόνο αν τις πιάνεις με το κιλό ημερησίως μπορείς να τον ερμηνεύσεις. Είναι μικρές ιστορίες γραμμένες με ονοματεπώνυμα, ημερομηνίες και φωτογραφίες. 
       Κοιτάς την ημερομηνία έκδοσης της ταυτότητας και αυτόματα σκέφτεσαι πού ήσουν εσύ τότε. 1989, πιτσιρίκι με ποδήλατο και χανζαπλαστ στα γόνατα κι ο κύριος μπροστά σου νεαρός τότε, χαμογελαστός, τώρα κουρασμένος και με το ένα τρίτο της πάλαι ποτέ πυκνής κόμης του.
1996, εσύ λυκειόπαιδο με ακμή και μέταλ κασέτες ακόμα και στις πιο κρυφές τσέπες σου και η κυρία μπροστά σου νέα μαμά τότε, γλυκιά και με ένα ελαφρύ μειδίαμα, τώρα θλιμμένη κάπως αλλά ακόμα γλυκιά, τρέχει να βάλει λεφτά του γιου της που σπουδάζει Θεσσαλονίκη...
1961, άγνωστη εποχή, παλιά λαϊκά, σκέφτεσαι τον μπαμπά σου πιτσιρίκο στο χωριό και ο παππούς μπροστά σου παληκάρι τότε, με ένα βλέμμα σκληρό, όσο κι η ζωή του.
    Οι φωτογραφίες από μόνες τους λένε κι αυτές μια ιστορία σιωπηλή. Έχεις μπροστά σου μια ηλικιωμένη κυρία, λιγομίλητη και σεμνή, ντυμένη κομψά με ένα αλλοτινό στυλ. Βγάζει την ταυτότητά της, 1964 εν Πειραιεί και βλέπεις ένα πλάσμα υπέροχο, μια καλλονή άλλης εποχής με μια θηλυκότητα που είσαι σίγουρος ότι δεν υπάρχει πια, σήμερα που τα κοριτσάκια λεν "στ' αρχίδια μου" και σουφρώνουν τα χείλια δήθεν για να σε ανάψουν.
     Την ξανακοιτάς και δε μπορείς να μην προσέξεις τη μελαγχολία στα μάτια της. Κάπου στη ζωή της βλέπεις έναν πρίγκηπα, ένα παληκάρι που την αγάπησε, αξιωματικός ίσως ή μεγαλέμπορος της εποχής. Καθώς μετράς τα λεφτά σκέφτεσαι αν σμίξανε τελικά ή αν η ζωή τους χώρισε. Αν τον παντρεύτηκε ή αν τον έχασε πρόσφατα, να κοιμάται με τη φωτογραφία του αγκαλιά... Κάτι προσπαθείς να βρεις για να δικαιολογήσεις αυτό το νοσταλγικό βλέμμα κάτω από τα χοντρά γυαλιά της πρεσβυωπίας...
     Βλέπεις ροκάδες του '80, με μαλλί και φάτσα λες και έπαιζαν παλιά στους Last Drive, με υφάκι "τρέχει τίποτα;;" και τις επωμίδες από το perfecto να ξεχωρίζουν στην ασπρόμαυρη φωτογραφία. Κοιτάζεις πάλι στο γκισέ και βλέπεις έναν θείο με μπυροκοιλιά και  υπόνοια χαίτης, με φαλάκρα στην κορυφή και αξυρισιά μες τη γλίτσα. Ακόμη κι ο ίδιος γυρνάει με απορία όταν ακούει "μπαμπά", σαν να μην απευθύνεται σ' εκείνον η προσφώνηση, σαν να είναι ακόμη το άγριο νιάτο της φωτογραφίας...
   Βλέπεις και εκείνα τα απίστευτα γεροντοζευγάρια που η ταυτότητά τους διαφέρει μόνο στο τελευταίο νούμερο. Έντυπα αρχαιολογικής σημασίας πια, τις έβγαλαν μαζί όταν παντρεύτηκαν κι έκτοτε τις κουβαλάνε όποτε κατεβαίνουν για δουλειές στην πόλη, από τότε μαζί, αχώριστοι, ό,τι κι αν τους έλαχε στη ζωή. Πάντα ο παππούς λίγο πιο ευέξαπτος και ανυπόμονος, "μη χάσουν το λεωφορείο" κι η γιαγιά πιο ήρεμη και μεθοδική περιμένει, "να τελειώσει το παιδί μην κάνει κανένα λάθος".
      Καμιά φορά κοιτάζω και τη δική μου την ταυτότητα αλλά δε βλέπω καμιά ιστορία αξιοσημείωτη. Ίσως γιατί τα ξέρω τα δικά μου, δε χρειάζεται να τα φανταστώ. Ίσως γιατί τελικά όλα τα παραπάνω να είναι της φαντασίας μου και να μη συνέβη τίποτα όπως το περιγράφω. Ήμουν πάντως χαμογελαστός, μήνα Ιούνιο του '08, ερωτευμένος και πιο χαζόφατσα από ποτέ...